Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Η ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΧΕΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΣ;


Ναί, βεβαίως έχει. Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.

Με άλλα λόγια όποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).

Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.



Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.

Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.

Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.

Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκο πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.

Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».

Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.

Απόσπασμα από το βιβλίο: "Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ" π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Εις εσέ του Θεού την Μητέρα και Μητέρα ημών έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας (Ηλίας Μηνιάτης)


Η Παναγία Παρθένος είναι ανάμεσα εις όλους τους Μακαρίους ακηλίδωτος καθρέπτης αγνείας και καθαρότητος· όλη καλή, όλη άμωμος, καθώς την ονομάζει εις το Άσμα το Πνεύμα το Άγιον· «όλη καλή η πλησίον μου, και μώμος ουκ έστιν εν σοι». Καθαρωτέρα ασυγκρίτως και των ανθρώπων και των Αγγέλων.Όθεν όχι μόνον εις αυτήν χύνει της μακαριότητος το φως, αλλ’ εις αυτήν εισεβαίνει και ωσάν περικλείεται όλη, όλη εκείνη η πολυχεύμων πηγή του φωτός, όλος, όλος της δόξης ο Ήλιος· εις τρόπον, ότι ως άλλος δεύτερος της δόξης Ήλιος, ακτινοβολεί της Παναγίας Παρθένου το μακάριον πρόσωπον και κάνει διπλούν το φως της ανεσπέρου ημέρας. Καταλάβετε δε την διαφοράν της μακαριότητος οπού χαίρονται των λοιπών δικαίων τα πνεύματα και της μακαριότητος οπού χαίρεται η θεομήτωρ Μαρία· ότι εκείνοι μεν κατά μέρος δέχονται της θείας δόξης το φως, αυτή δε όλον δέχεται της δόξης τον Ήλιον. Εκείνοι μερικώς έλαβον εδώ την χάριν και κατά το μέτρον της χάριτος απολαμβάνουσιν εκεί την δόξαν· αυτή είναι δοχείον δεκτικόν εκεί όλης της δόξης, καθώς εδώ εστάθη δοχείον δεκτικόν όλης της χάριτος. Όθεν εδώ ήτον, καθώς την ωνόμασεν ο Αρχάγγελος κεχαριτωμένη, είχε δηλαδή όλον το πλήρωμα της θείας χάριτος· το ομολογεί και ο Θεολόγος· «εκάστοις των εκλεκτών η χάρις κατά μέγεθος εδόθη, τη δε Παρθένω άπαν το της χάριτος πλήρωμα»· εκεί δε είναι δεδοξασμένη, έχει δηλαδή όλον το πλήρωμα της θείας δόξης, καθώς την επροείδεν ο Ιεζεκιήλ· «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος του Κυρίου». Και «παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου, εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».

Αδύνατον είναι, Χριστιανοί, ο νους μας να φαντασθή το υπέρλαμπρον εκείνο φως, με το οποίον αστράπτει η μακαρία Παρθένος εις τον Παράδεισον· η Σελήνη, ο Ήλιος είναι σκοτεινά πράγματα παραβαλλόμενα με εκείνο το ανεκλάλητον κάλος, το οποίον βλέπουσι και δεν χορταίνουσιν οι μακάριοι· τι ωραίον! τι φαεινόν! τι θεοειδές θέαμα εις τα μάτια των Σεραφίμ. Τούτο επεθύμησε να ιδή ένας νέος πολλά ευσεβής της Παρθένου και έκαμε προς αυτήν τοιαύτην δέησιν. «Μαρία, γλυκύτατον όνομα, όπου εγώ μετά Θεόν σέβω και προσκυνώ με όλον τον πόθον και ευλάβειαν της ψυχής μου, διατί είσαι της ψυχής μου η παρηγορία και η χαρά· αν εύρηκα χάριν ενώπιόν σου ο ταπεινός δούλος σου, μίαν χάριν να μου κάμης σε παρακαλώ· ανάμεσα εις τας άλλας ευεργεσίας να με αξιώσης να σε ιδώ καθώς είσαι εις τον Παράδεισον. Αξίωσόν με, αειπάρθενε Κόρη, αξίωσόν με, Μήτερ ελέους· ας σε ιδώ και ευχαριστούμαι να χάσω ένα από τα μάτια μου». Εισήκουσεν η Πάναγνος Δέσποινα του ευλαβούς της δούλου την προσευχή· του εφάνη μίαν νύκτα εις τον ύπνον του ολολαμπής, με όλον εκείνο το φως της δόξης, με το οποίον λάμπει εις τον ουρανόν. Εξύπνησεν ο νέος και, αληθινά, έχασε το ένα από τα ομμάτια του, μα από την χαράν οπού είχεν, ότι ηξιώθη να ιδή την Βασίλισσαν του ουρανού και της γης, δεν ελυπάτο ολότελα, ότι εστερήθη το φως του· μάλιστα πάλιν παρακαλεί να την ιδή άλλην μίαν φοράν και ευχαριστείται να χάση και το άλλο ομμάτι, οπού του έμεινε· και πάλιν ηξιώθη, πάλιν την είδε· μα τι λογιάζετε, Χριστιανοι; πως τάχα να έμεινε τυφλός και από τα δύο ομμάτια; η συμπαθεστάτη Μήτηρ του Θεού, ωσάν του εφάνη την δευτέραν φοράν, όχι μόνον δεν τον εστέρησεν από το ένα ομμάτι οπού του έμεινεν, αλλά του έστρεψε και το άλλο οπού είχε χαμένον. Εξύπνησεν ο νέος εκείνος και με τα δύο ομμάτια υγιή και όλος εκστατικός από την διπλήν χαρά, με πολλά δάκρυα ευλαβούς αγαλλιάσεως, έδωκε τη Θεομήτορι χιλίας ευχαριστίας.

Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, από την άφθονον εκείνην ηλιοβολίαν του θείου φωτός οπού χαίρεσαι, παρισταμένη εκ δεξιών του μονογενούς σου Υιού, πέμψον εδώ κάτω και εις ημάς τους ευλαβείς δούλους σου μίαν μακαρίαν ακτίνα, οπού να είναι και φως εις τον εσκοτισμένον μας νουν και φλόγα εις την ψυχραμένην μας θέλησιν, διά να βλέπωμεν να περιπατούμεν σπουδαίοι εις την οδόν των θείων δικαιωμάτων. Ημείς, μετά Θεόν, εις εσέ του Θεού την Μητέρα και Μητέρα ημών έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας· από σε ελπίζομεν τας νίκας της γαληνοτάτης Αυθεντίας, τα τρόπαια των Ευσεβών Βασιλέων· την στερέωσιν της Εκκλησίας· την αντίληψιν του Ορθοδόξου γένους· την σκέπην της ευλαβούς του ταύτης πολιτείας, οπού είναι αφιερωμένη εις την άμαχόν σου βοήθειαν. Ναι, Παναγία Παρθένε, ναι, Μαρία, όνομα οπού είναι η χαρά, η παρηγορία, το καύχημα των Χριστιανών· δέξου την νηστείαν και παράκλησιν των αγίων τούτων ημερών, οπού εκάμαμε εις τιμήν σου, ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον· και αξίωσόν μας, καθώς εδώ εις την Εκκλησίαν ευλαβώς ασπαζόμεθα την αγίαν και θαυματουργόν ταύτην εικόνα, έτζι και εκεί εις τον Παράδεισον να ιδούμεν αυτό το μακάριόν σου πρόσωπον, το οποίον να προσκυνούμεν συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας.

Αμήν.

Πηγή

Ο Άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός περί της Παναγίας Θεοτόκου. Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς


Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του. Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας.  Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος».
΄Η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Δαμασκηνού

«Δικαίως και αληθώς Θεοτόκον την Αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν· τούτο γαρ το όνομα άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησιν» (Έκδ. ΙΙΙ, 12).
1. Όταν προς το τέλος της ομολογητικής ζωής του έγραφεν ο άγιος Δαμασκηνός το βασικόν βιβλίον του «Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», το ήρχισεν υπογραμμίζων την θείαν Παράδοσιν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Ό,τι γράφει περί Θεού, περί Αγίας Τριάδος, περί Χριστού, και περί Παναγίας Θεοτόκου, το γράφει αντλών από την θείαν Παράδοσιν, την οποίαν μας απεκάλυψε και παρέδωκεν ο Θεός δι΄ όλης της σωτηρίου οικονομίας του Χριστού. «Πάντα τοίνυν τα παραδεδομένα ημίν δια τε Νόμου και Προφητών και Αποστόλων και Ευαγγελιστών δεχόμεθα και γινώσκομεν και σέβομεν, ουδέν περαιτέρω τούτων επιζητούντες... Ταύτα ημείς στέρξωμεν και εν αυτοίς μείνωμεν, μη μεταίροντες όρια, μηδέ υπερβαίνοντες την θείαν Παράδοσιν» (Εκδ. Ι, 1).
Το ίδιον είχε γράψει ο ιερός Πατήρ και προηγουμένως εις τους Λόγους περί των αγίων Εικόνων: «Διό, αδελφοί, στώμεν εν τη πέτρα της πίστεως και τη παραδόσει της Εκκλησίας, μη μεταίροντες όρια α έθεντο οι Άγιοι Πατέρες ημών· μη διδόντες τόπον τοις βουλομένοις καινοτομείν και καταλύειν την οικοδομήν της αγίας του Θεού Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»25. Η θεία Παράδοσις δια τον Δαμασκηνόν είναι ολόκληρον το οικοδόμημα και το σώμα της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας26, η οποία έχει οικοδομηθεί επί του «θεμελίου Λίθου ακρογωνιαίου» του Παύλου (1 Κορ. 3, 11· Εφ. 2, 20) και «της πέτρας της θεολογίας» του Πέτρου (Ματθ. 16, 18), «ήτις εστίν ο Χριστός» (1 Κορ. 10, 4)27.

Η πιστότης του Δαμασκηνού εις την Παράδοσιν της Εκκλησίας έγκειται προ παντός εις την Χριστολογίαν του. Όπως η Γραφή και οι Πατέρες, ούτω και ο Δαμασκηνός βλέπει και ερμηνεύει τα πάντα Χριστολογικώς. Ο Σωτήρ Χριστός, ο Εις της Αγίας Τριάδος, ο εκ Παρθένου σαρκωθείς Θεός και άνθρωπος, είναι το κεντρικόν θέμα όλης της Γραφής και της Παραδόσεως28, επομένως δε και όλης της θεολογίας του Δαμασκηνού. Η Χριστολογία καταλαμβάνει το μεγαλύτερον μέρος όλων των έργων του, όχι μόνον της «Εκδόσεως Ορθοδόξου Πίστεως», από τα τέσσαρα βιβλία της οποίας τα δυόμισυ περιέχουν την Χριστολογίαν, αλλά και εις τας Θεομητορικάς του Ομιλίας κυριαρχεί η Χριστολογία, όπως θα το διαπιστώση και ο αναγνώστης.
Η περί Παναγίας Θεοτόκου διδασκαλία δια τον Δαμασκηνόν υπάρχει μόνον εντός της Χριστολογίας και όχι ως μία αυτόνομος «Μαριολογία» ή ως μία «ανθρωπολογία» με κέντρον την αγίαν Παρθένον. Η ορθόδοξος θεολογία του Δαμασκηνού δεν είναι ανθρωπολογία ούτε «Μαριολογία», αλλ΄ η Χριστολογία εις την οποίαν συμπεριλαμβάνεται και η ανθρωπολογία και η περί Θεοτόκου διδασκαλία.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 



PANAGITSAΙωάννη Ελ. Σιδηρά
θεολόγου, εκκλησιαστικού ιστορικού και νομικού
 
Θεολογική προσέγγιση της εν Χριστώ ενσωμάτου Μεταστάσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας στην Βασιλεία της Τριάδος
 
  Είναι γεγονός βεβαιωμένο και αναντίρρητο από την Ιερά Επιστήμη της Ορθοδόξου Θεολογίας ότι οι περί τον βίο της Υπεραγίας Θεοτόκου Μητρός του Σωτήρος και λυτρωτού Θεανθρώπου Ιησού Χριστού μαρτυρίες είναι πενιχρότατες στα Ιερά Ευαγγέλια και στα λοιπά βιβλία του «Ιερού Κανόνος» της Καινής Διαθήκης. Εντούτοις πάμπολλες υπήρξαν οι λεγόμενες «απόκρυφες διηγήσεις» εκ των οποίων ορισμένες ονομάστηκαν «Απόκρυφα Ευαγγέλια» για να συμπληρώσουν τα χαρακτηριζόμενα ως «ιστορικά κενά» σχετικά με τον βίο της Απειράνδρου Θοεμήτορος και Πανάγνου Μαρίας. Οι δε σημαντικότερες απόκρυφες πηγές περί του Ιερού προσώπου της Παναγίας Αχράντου Μαρίας είναι: α) το «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και β) το Ευαγγέλιο του ψευδο- Ματθαίου.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως διά της εν Αγίω Πνεύματι υπό των θεοφόρων Πατέρων καθιερώσεως της Ιεράς Παραδόσεως ως γνησίας εκφράσεως της αληθούς ευαγγελικής και δογματικής διδασκαλίας απεμάκρυνε όλα τα μυθώδη, εφήμαρτα και αιρετικά στοιχεία, τα οποία αφορούν την καθόλου ζωή της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας.
Έτσι, οι θεοφοροι Πατέρες θεοπνεύστως κατέγραψαν την Ορθόδοξη θεολογική διδασκαλία περί του ιερού προσώπου της Πανάγνου Θεομήτορος, όπως τούτο αποδεικνύεται στους «Όρους» των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η Εκκλησία μετά πολλής προσοχής απεδέχθη και υιοθέτησε τα εκ της Ιεράς Παραδόσεως διδάγματα περί της Θεοτόκου Μαρίας.
Η μετάστασις της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας
Στο θεολογικό αυτό πλαίσιο η Ορθόδοξη Εκκλησία, σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση και χωρίς να αποτελεί δόγμα αυτής υπό την αυστηρή και στενή έννοια του όρου, αποδέχεται την διδασκαλία περί την εν Χριστώ «Μεταστάσεως» της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας. Σύμφωνα δηλαδή με την Ιερά Παράδοση αφότου οι «εκ περάτων» της γης Απόστολοι έθαψαν το Πάναγνο σώμα της Παναγίας Θεομήτορος στην Γεσθημανή, μετά από τρεις ημέρες έφθασε στα Ιεροσόλυμα ο Απόστολος Θωμάς ο οποίος ηθέλησε διακαώς να προσκυνήσει το σεπτό σώμα της Πανάγνου Μητρός του Κυρίου. Όταν λοιπόν οι Άγιοι Απόστολοι άνοιξαν το μνήμα, διεπίστωσαν ότι το Πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου «μετέστη εν Χριστώ», είχε αναληφθεί στους ουρανούς. Ενσάρκως, δηλαδή εν σώματι, η Υπεραγία Θεοτόκος εισήλθε στην Βασιλεία της Τριαδικής Θεότητος, αλλά σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων, η εν σώματι μετάσταση της Θεοτόκου συνέβη εν Χριστώ όχι όμως με το γήινο και φθαρτό σώμα, αλλά με το εν Χριστώ μεταμορφωμένο και αφθαρτοποιημένο σώμα, το οποίο δια της Αναστάσεώς του ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός «αθανατοποίησε» και με το οποίο «άπαν το γένος των βροτών», όλοι οι φθαρτοί άνθρωποι, θα λάβουμε κατά την τελική και μεγάλη κρίση της ενδόξου δευτέρας παρουσίας του Παμβασιλέως Αναστάντος Ιησού Χριστού.
Η Υπεραγία Θεοτόκος Μαρία ως θνητός άνθρωπος, όπως κάθε απόγονος του Αδάμ και της Εύας, εγεύθη τον φυσικό θάνατο, καθώς κάθε ανθρώπινη κτιστή ύπαρξη πλασθείσα υπό του ακτίστου Θεού δεν εξαιρείται του «κοινού κλήρου» της ανθρωπότητος, της φθαρτής και πεπερασμένης ανθρωπίνης φύσεως, που είναι ο θάνατος. Πλην όμως η Υπερευλογημένη εκ του Παναγίου Πνεύματος Θεοτόκος με την «κατ’ άνθρωπον κοίμηση» αυτής εισήλθε «εις τα Άγια των Αγίων» της αλήκτου Βασιλείας της Τριαδικής Θεότητος. Μετά την φυσική κοίμησή της, εν Αγίω Πνεύματι, παρέμεινε «άφθορη» η ψυχή της και «άφθαρτο» το πάναγνο και άσπιλο και αμόλυντο σώμα της. Και πώς ήταν δυνατόν το πάναγνο αυτό σώμα που εν Αγίω Πνεύματι συνέλαβε και έτεκε τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, πώς ήταν δυνατόν, να υποστεί μετά τον φυσικό θάνατο της Θεομητορος «φθορά και διαφθορά», γενόμενο «λάφυρο» του θανάτου, υποκείμενο στις συνέπειες, τις φυσικές και οντολογικές, κατ’ άνθρωπον και κατά την φυσική ακατανίκητη νομοτέλεια, ώστε να εκπέσει σε «σκεύος φθοράς» ενώ υπήρξε, ως η μόνη μετά τον φυσικό θάνατο της Θεομήτορος επί της γης ύπαρξη, «σκεύος χάριτος και ζωής». Έτσι παρέμεινε άφθορο και άφθαρτο το «Θεοδόχον σκήνωμα» της Θεοτόκου Παναγίας Μητρός του Κυρίου μας. 
Ο φυσικός θάνατος της Θεοτόκου υπήρξε «ζωηφόρος» και γι’ αυτό ενώ ο θάνατος για όλους τους πιστούς είναι «Κοίμησις» εντούτοις για την Υπερευλογημένη και Κεχαριτωμένη Μητέρα του Θεού είναι «Μετάστασις», αφού καθώς ψάλλει θεολογικώτατα η Αγία Εκκλησία μας: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησαν»αλλά και αλλού η Κοίμηση της Θεοτόκου χαρακτηρίζεται ως «δεύτερο Πάσχα», ως «Πάσχα του θέρους», υμνολογεί το πλήρωμα των Ορθοδόξων: «Τη ενδόξω Κοιμήσει Σου, ουρανοί επαγάλλονται και αγγέλων γέγηθε τα στρατεύματα. Πάσα η γη δε ευφραίνεται…».
Εισέρχεται εν Χριστώ η Θεοτόκος Παναγία στην αιώνια και άληκτη Βασιλεία του Τριαδικού Θεού καθώς «νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, Παρθένε Άχραντε. Παρθενεύει γαρ τόκος και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον Παρθένος και μετά θάνατον ζώσα…», όπως ακριβώς ο Ιησούς Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, «πρωτότοκος των νεκρών εγένετο εκ κοιλίας Άδου» χωρίς να υποστεί φθορά και διαφθορά στην αθάνατη ψυχή και στο τίμιο και υπερευλογημένο σώμα του. Η Θεοτόκος Μαρία «μετέστη προς την ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της ζωής» και κατά την θεόπνευστη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο Θεάνθρωπος Χριστός, ο νικητής του θανάτου και χορηγός της αφθάρτου, αθανάτου και αιωνίου ζωής: «Δεσποτικαίς παλάμαις τη Παναγία ταύτη και θειοτάτη οία Μητρί λειτουργών, την Ιεράν ψυχήν υποδέχεται».
Ερμηνεία του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού
Ο μέγας της Δογματικής Θεολογίας Πατήρ Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ερμηνεύοντας το «διάφθορον και άφθαρτον» της ψυχής και του σώματος της Υπεραγίας Θεοτόκου μετά την ένδοξη κοίμηση αυτής και για τρεις ημέρες που το «θεοδόχον σκήνωμα» αυτής παρέμεινε εντός του γήινου μνήματος, γράφει θεοπνεύστως: «Πώς ήταν δυνατόν ο θάνατος να καταπίει αυτήν, η οποία στην ολότητά της ενώθηκε με τον Θεόν; Πώς θα μπορούσε ο Άδης να την δεχθεί στα σπλάχνα του; Πώς η φυσική διαφθορά θα αποτολμούσε να καλύψει το ζωοδόχο σώμα της; Όλα αυτά ήταν αλλότρια και παντελώς ξένα της θεοφόρου ψυχής και του σώματός της. Γι’ αυτό όταν ο θάνατος την αντίκρισε στα κατώτατα του κράτους του, φοβήθηκε, επειδή και όταν προσέλαβε τον Υιό της, έμαθε εξ αυτών που έπαθε και λαβών πείραν εσωφρονίσθη».
Σ’ αυτό το «δεύτερο Πάσχα», στο λεγόμενο «Πάσχα του θέρους», δεν θρηνεί, ούτε πενθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά παραδόξως για τα κοσμικά μέτρα και την ανθρώπινη λογική γεραίρει, μεγαλύνει και δοξολογεί την «αθάνατη κοίμηση» της Θεομήτορος Μαριάμ, στην οποία ως «υπερκόσμιον και υπερβατικόν μυστήριον» συνετελέσθη η «εν Χριστώ ενσώματος μετάσταση» από τα γήινα στα ουράνια, από τα φθαρτά στα άφθαρτα, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, χωρίς να υποστεί τις φυσικές νομοτελειακές συνέπειες της «διαφθοράς και φθοράς» της ψυχής και του σώματος της κατά τις τρεις ημέρες που ευρέθη στο μνημείο της Γεσθημανή. Γι’ αυτό ο Ιερός Χρυσόστομος μεγαλοφώνως ανακράζει: «Αντί γαρ θανάτου λοιπόν κοίμησις και ύπνος λέγεται η εντεύθεν μετάστασις», ενώ η Εκκλησία μεγαλοφρόνως ψάλλει αγαλλομένη: «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη Κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος. Θαύμα εν θαύμασι διπλούν συνέδραμε, Θεοτόκε». Έτσι δεν θρηνούμε ούτε πενθούμε διότι η Θεοτόκος «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπεν», αλλά ζει αιωνίως.
Θαύμα θαυμάτων και μυστήριον μυστηρίων αποτελεί το υπερφυές γεγονός της τριημέρου εντός του χοϊκού μνήματος παραμονής της θεομήτορος ως αφθάρτου και αδιαφθόρου ψυχοσωματικής υποστάσεως, ελευθέρας των φθοροποιών δεσμών του θανάτου, ο οποίος όμως κυριαρχεί επί πάντων των λοιπών ανθρώπων. Ο μόνος θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, η «αυτοζωή» και μόνη αληθής και άκτιστη πηγή της ζωής, ως νικητής του θανάτου και του κράτους του Άδου παρέμεινε τριήμερος, άφθορος, αδιάφθορος και απολύτως ψυχοσωματικά άφθαρτος.
Η Υπεραγία Θεοτόκος, πρώτη εκ του ανθρωπίνου γένους, δια του θανάτου της και της τριημέρου αφθάρτου και αδιαφθόρου εν τω μνήματι παραμονής της, καθώς και της ενσώματης στους ουρανούς μεταστάσεώς της, «προμνηστεύεται την αιώνια ζωήν». Και ενώ για όλους τους θνητούς και φθαρτούς ανθρώπους η απόλυτη αφθαρσία και «αθανατοποίηση» θα συμβεί κατά την ημέρα της κοινής Αναστάσεως πάντων, ζώντων και κεκοιμημένων, στα έσχατα, κατά την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου και την τελική κρίση των πάντων, εντούτοις η Θεοτόκος Μαρία μετέστη στην Βασιλεία του Θεού «αφθαρτοποιημένη» και «αθανατοποιημένη» κατά την ψυχή και το σώμα της πριν από την κοινή ανάσταση του γένους των βροτών. Τούτο δε συνέβη κατ’ ευδοκίαν του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού, ο οποίος δεν επέτρεψε να γίνει η Πάναγνος Μητέρα του «λάφυρο» και υποχείριο του θανάτου, επειδή «ο Κύριος ήταν κατά φύσιν αναμάρτητος», ενώ η Θεοτόκος κατά χάριν αναμάρτητη», και γι’ αυτό ρητορικά διερωτάται ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: « Η γαρ τοις πάσι την όντως ζωήν αναβλύσασα, πώς θανάτω γένοιτ’ αν υποχείριος;».
Η «αθάνατος κοίμησις» της Υπεραγίας Θεοτόκου
Κατά τον φυσικό θάνατο της Θεομήτορος, που στην πραγματικότητα είναι οντολογικώς «αθάνατος κοίμησις», όπως εύστοχα ψάλλει η Εκκλησία μας, ο χωρισμός ψυχής και σώματος διήρκησε ελάχιστα, μόλις για τρεις ημέρες, αλλά κατά την εν Χριστώ μετάστασή της ενώθηκαν και πάλι τα δύο ως άφθαρτη και αναλλοίωτη ψυχοσωματική ενότητα και οντότητα, όπως ακριβώς μέλλει να συμβεί σε όλους τους θνητούς ανθρώπους λίγο πριν την Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία, όταν θα συντελεσθεί η κοινή ανάσταση των κεκοιμημένων. Γι’ αυτό με την ενσώματη μετάστασή της «ως δε Θεού ζώντος μήτηρ υπάρξασα προς αυτόν αξίως ανακομίζεται», διότι όπως ψάλλει η Εκκλησία: «την ζωήν η κυήσασα προς ζωήν μεταβέβηκεν».
Συνεπώς δεν κάνουμε λόγο για ανάσταση, αλλά για ένδοξη ενσώματη μετάσταση, διότι η Θεοτόκος ανέβη στους ουρανούς ζώσα μέσα στην άληκτη Βασιλεία του Τριαδικού Θεού χωρίς να ξαναπεράσει από τη γη. Όσοι θαυματουργικά ανεστήθησαν υπό του Κυρίου, όπως ο Λάζαρος και άλλα πρόσωπα για τα οποία μαρτυρούν σχετικώς τα Ιερά Ευαγγέλια, ξαναπέθαναν και αναμένουν την κοινή ανάσταση για να ενωθεί και πάλι η αθάνατη ψυχή με το σώμα τους, ώστε ως ψυχοσωματικές οντότητες να εισέλθουν στην επέκεινα του τάφου αιώνια, άφθαρτη και αθάνατη ζωή. Μόνη η Υπεραγία Θεοτόκος δεν θα αναστηθεί, όπως άπαντες οι από καταβολής κόσμου κεκοιμημένοι, επειδή με την εν Χριστώ μετάστασή της ευρίσκεται ήδη και σωματικώς ζώσα στην Βασιλεία των Ουρανών, ως «εκ της ζωής εις ζωήν μεθισταμένη».
Η «αθάνατη κοίμηση» της Θεοτόκου «διαβατήριον» αιωνίου ζωής
Έτσι, η «αθάνατη κοίμηση» της Θεομήτορος καθίσταται «διαβατήριον» αιωνίου ζωής και την βεβαιότητα αυτή ψάλλει η Εκκλησία: «Ζωής αϊδίου και κρείττονος ο θάνατός σου γέγονε διαβατήριον», ενώ το χριστεπώνυμο πλήρωμα πανευλαβικώς υμνολογεί: «Μέλποντες εξόδιόν σοι ωδήν, Μήτερ του Υψίστου, σην μετάστασιν ευλαβώς γήθεν προς τα ύψη συν Αποστόλων δήμου υμνούμεν εκβοώντες. Χαρακτηριστικός είναι ο παρακάτω εξαίσιος ύμνος που εκφράζει το βαθύτερο θεολογικό περιεχόμενο της ευδόξου κοιμήσεως και μεταστάσεως της Θεομήτορος: Χαίρε, Παντάνασσα. Χαίροις παρ’ ημών Μαρία Θεοτόκε, το σεμνόν κειμήλιον απάσης της Οικουμένης, Η λαμπάς η άσβεστος, ο στέφανος της παρθενίας, το σκήπτρον ης Ορθοδοξίας, ο ναός ο ακατάλυτος και χωρίον του Αχωρήτου, η Μήτηρ και Παρθένος. Δι’ ης ονομάζεται εν τοις Αγίοις Ευαγγελίοις ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Χαίροις η τον Αχώρητον χωρήσασα εν μήτρα αγία Παρθενική δι’ ης Τριάς αγιάζεται, δι΄ης Σταυρός τίμιος ονομάζεται και προσκυνείται εις πάσαν την Οικουμένην, δι’ ης ο Ουρανός αγάλλεται, δι’ ης άγγελοι και αρχάγγελοι ευφραίνονται, δι’ ης βάπτισμα άγιον γίνεται τοις πιστεύουσι, δι’ ης έλεον αγαλλιάσεως, δι’ ης εις πάσαν την οικουμένην Εκκλησία τεθεμελίωνται, δι’ ης έθνη άγονται εις μετάνοιαν. Και τι δει πολλά λέγειν; Δι’ ης ο Μονογενής Υιός του Θεού φως έλαμψεν τοις εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένοις. Δι’ ην προφήται προεμήνυσαν, δι’ ης Απόστολοι κηρύττουσι σωτηρίαν τοις έθνεσιν, δι΄ης νεκροί εγείρονται, δι’ ης Βασιλεύς Βασιλεύουσιν δια Τριάδος Αγίας».
 
Η Παναγιά Βαθυρρύακος, η δική μας Παναγιά 
«Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, γιατί δεν έχουμε γραπτά μνημεία λόγου, πριν από πεντακόσια περίπου χρόνια βρέθηκε η εικόνα της Παναγίας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι βρέθηκε πριν από τριακόσια χρόνια στην περιοχή Φατήρ Γιακά με θαυμαστό και υπερφυσικό τρόπο από Οθωμανό αγά τσιφλικά και όχι σε ορθόδοξο. Πρόκειται για τον αγά τσιφλικά του τεραστίου τσιφλικιού του Φατήρ Γιακά, ο οποίος επί τρεις νύκτες, μόνον αυτός και κανείς άλλος, έβλεπε φωτεινό όραμα μέσα στον γαλανό ουρανό της Θράκης και αυτό το φωτεινό όραμα ήταν το σημείο του Σταυρού επί της κορυφής ενός δένδρου, και συγκεκριμένα επάνω σε καραγάτσι. Δεν πίστευε στην αρχή, ώσπου κατ’ όναρ η Υπεραγία Θεοτόκος του υπέδειξε, προειδοποιώντας τον ότι δεν θα ανεχθεί την αμέλειά του, να ενημερώσει τις τοπικές εκκλησιαστικές αρχές, να ανασκάψει σε συγκεκριμένο σημείο στην ρίζα του δένδρου όπου εμφανίζονταν ο σταυρός και σε πολύ μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους θα βρει την εικόνα της. Ο αγάς υπάκουσε και ενημέρωσε τον τότε Μητροπολίτη Μαρώνειας, ανέσκαψε με τα ίδια του τα χέρια παρουσία του τότε επισκόπου και των προυχόντων της τότε Γκιουμουλτζίνας, που ήταν η πρωτεύουσα του ομώνυμου Καζά, αλλά και πολλών Οθωμανών, και ως εκ θαύματος στα χέρια του βρέθηκε η μικρή φορητή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης, η οποία ανήκει ως αγιογραφικός βυζαντινός τύπος στην Παναγία την Βρεφοκρατούσα. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι ανήκει και στην ιδιαίτερη μορφή εκείνου του αγιογραφικού τύπου Παναγιάς που είναι η Παναγία η Γλυκοφιλούσα αλλά το πιο σωστό είναι ότι πρόκειται για τύπο της Βρεφοκρατούσας Παναγίας.
Το σημείο της ευρέσεως της θαυματουργού εικόνος είναι ο χώρος εντός του σημερινού Αμπελουργικού Σταθμού Αιγείρου, όπου ευρίσκεται το μικρό παρεκκλήσι της «Παναγίας των Ρόδων», όπως ονομάζεται και το οποίο ανακαινίσθηκε το 1994 με δαπάνες του Αμπελουργικού Φυτωρίου Κομοτηνής.
Το σημερινό παρεκκλήσιο είναι το ανακαινισμένο, το οποίο ανήγειραν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δύο μεγάλοι ευεργέτες της Κομοτηνής. Αυτό το παρεκκλήσι που υπάρχει μέσα στον Αμπελουργικό Σταθμό αποτελεί το τρίτο ανακαινισμένο κτίσμα του πρώτου παρεκκλησίου που έκτισαν γύρω στα 1910 -1912 εκείνοι οι Κομοτηναίοι. Σήμερα το παρεκκλήσι ονομάζεται «Παναγιά των Ρόδων» και εκεί υπάρχει άλλη παλαιά εικόνα της Παναγίας, διαφορετική από την θαυματουργό ιστορική εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης. Αξίζει να αναφερθεί ότι η εικόνα που υπάρχει στο παρεκκλήσιο είναι του 19ου αιώνα και φέρει αναγεγραμμένη την ονομασία, το λεγόμενο «Θεομητορικό προσωνύμιο», της Παναγίας ως «Παναγίας των Ρόδων». Η ονομασία αυτή προήλθε επειδή επί της εικόνας απεικονίζεται ο μικρός Χριστός και κρατεί στο χεράκι του ρόδα, τα οποία υπάρχουν και στα πόδια της Παναγίας. Έτσι, θα μπορούσε η συγκεκριμένη εικόνα να φέρει και το προσωνύμιο: «Ρόδον το Αμάραντον».
Όταν βρέθηκε η Ιερά εικόνα, την διεκδικούσαν πολλές ενορίες όπως του Ιάσμου, της Αμβροσίας, της Σάλπης, του Πολυάνθου και του παλαιού χωριού όπου ευρίσκεται σήμερα η Μεσσούνη, διότι η Αίγειρος δεν ήταν χωριό απλά υπήρχε το τσιφλίκι του Φατήρ Γιακά. Τη λύση την έδωσε η ίδια Παναγία διότι η διαμάχη ήταν μεγάλη. Ενώ βρέθηκε στο Φατήρ Γιακά Τσιφλίκ, ο τσιφλικάς αρχικά δεν έδινε την άδεια να κτιστεί εκκλησάκι για να φυλαχθεί η εικόνα. Επίσης, όπως προείπα, δεν υπήρχε οργανωμένη κοινότητα και υπήρχε φόβος μήπως χαθεί η εικόνα. Για αυτό ο Μητροπολίτης επειδή οι ενορίες διεκδικούσαν την εικόνα, αποφάσισε τη λύση να τη δώσει η Παναγιά. Έτσι τοποθέτησε την εικόνα σε καινούργια άμαξα που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ξανά και μάλιστα ζωήλατη, που την έσερναν αρσενικά ζώα πλυμμένα και αγιασμένα από το δεσπότη, έντυσαν το αμάξι και αφού έκανε δέηση ο Μητροπολίτης προς τη Θεοτόκο την παρεκάλεσε αυτή να δείξει το σημείο που θα ήθελε να εγκατασταθεί μόνιμα. Η πομπή ξεκίνησε χωρίς να υπάρχει οδηγός αναβάτης (καμουτσίκης) που να κατευθύνει την άμαξα. Ξεκίνησε με το χτύπημα του δέσποτα και πήρε τη στράτα. Δεν σταμάτησε σε κανένα από τα χωριά που τη διεκδικούσαν αλλά έφθασε στην Κομοτηνή, μπροστά στον Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας, κοντά στην σημερινή οδό Βενιζέλου. Εκεί σταμάτησαν τα ζώα, εκεί θέλησε να εγκατασταθεί η Θεοτόκος. Το δέχθηκαν οι κάτοικοι. Ο δεσπότης τοποθετεί την εικόνα στα Άγια των Αγίων. Συνέβη όμως και κάτι άλλο θαυμαστό. Όταν έβαλαν την εικόνα επάνω στο αμάξι και τα ζώα πήραν το δρόμο επιβιβάσθηκε και η ανάπηρη και κωφάλαλη εγγονή του ιδιοκτήτη του τσιφλικιού. Αυτό έγινε μετά από παράκληση της κόρης του. Την ώρα που έφθανε η άμαξα με την Παναγία μπροστά στην εκκλησία της Παναγίας, το μικρό κορίτσι σηκώθηκε στο κάρο και φώναξε στα τουρκικά «Meri ane», Μητέρα Μαρία. Είχε βρει και τη φωνή της και σηκώθηκε στα πόδια της. Από τότε ο Οθωμανός αγάς πίστευσε και έδωσε λόγο τιμής στις εκκλησιαστικές αρχές ότι για κάθε τι που χρειάζονται για την προστασία αυτού του ιερού τόπου, θα το έχουν.
Οι δύο ευεργέτες Τελωνίδης και Σκουτέρης αλλά και ο αγάς Αμέτ Μποσνάκογλου, στον οποίο ανήκε ένα μικρό τμήμα του τσιφλικιού, παρεχώρησαν το κτήμα τους στον μητροπολιτικό ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κομοτηνής. Το βέβαια πάντως είναι ότι μέχρι το έτος 1907 δεν είχε ανεγερθεί το πολύ μικρό παρεκκλήσιο της Παναγίας που βλέπουμε σήμερα στο σημείο όπου ευρέθη, εντός του νυν αμπελουργικού σταθμού, η θαυματουργή εικόνα. Θα πρέπει, με κάθε επιφύλαξη να υποθέσουμε ότι το μικρό παρεκκλήσιο να ανηγέρθη στο χρονικό διάστημα 1910-1912, πριν δηλαδή από την βουλγαρική κατοχή του τότε Καζά Γκουμουλτζίνας. Το μικρό εκείνο παρεκκλήσιο ανακαινίστηκε το 1994 και σήμερα υπάρχει πανέμορφο με τον ονομασία «Παναγιά των Ρόδων» για να μας υπενθυμίζει το σημείο ευρέσεως της ιστορικής και θαυματουργού εικόνος της Παναγίας Φανερωμένης.
Ο Μητροπολιτικός Ναός και η επιτροπή αποκαταστάσεως προσφύγων που είχε την έδρα της στην Κομοτηνή προσφέρουν χρήματα και στα 1930 στο νέο σημείο της έκτασης που παραχώρησε το ελληνικό κράτος ο τότε αείμνηστος μεγάλος μητροπολίτης Μαρωνείας και Θάσου Άνθιμος ο Δ΄ κτίζει ένα μικρό ναΐσκο. Στη συνέχεια ο Μητροπολίτης Τιμόθεος (1957-1974) αποφασίζει η εικόνα να μην βρίσκεται στον Μητροπολιτικό Ναό της Κομοτηνής αλλά να μεταφερθεί στον φυσικό της χώρο. Στις 3 Ιουλίου του 1955 εγκαθίσταται η εικόνα από τον Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας στη σημερινή μονή Παναγίας Φανερωμένης Βαθυρρύακος με ειδική τελετή. Από τότε ξεκινά η ανοικοδόμηση της Μονής. Από εκεί και πέρα το 1960-1962 έγινε η ολοκλήρωση των κελιών που ξεκίνησε το 1958 και το 1971 κτίσθηκε το κωδωνοστάσιο. Αρχικά (1957)λειτούργησε ως ανδρικό μοναστήρι και αργότερα το 1960 γυναικεία μονή. Το 1969 έγινε και πάλι ανδρώα μονή. Το 1970 έγινε το μαρμάρινο θρονί που βρίσκεται η Παναγιά από τη δωρεά της Χριστίνας Μουρίκη στη μνήμη του συζύγου της Αναστασίου και το 1971 εγκαινιάστηκε το παρεκκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.
Ένα τελευταίο που θα ήθελα να πω είναι ότι συγχέει ο κόσμος την εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης με την εικόνα που βρίσκεται στο παρεκκλήσιο του Αμπελουργικού Σταθμού. Αναφέρουν εσφαλμένα ότι, όταν την έπαιρναν από τον Μητροπολιτικό Ναό και την πήγαιναν στο Μοναστήρι, η εικόνα γύριζε πίσω. Δεν είναι η εικόνα της Φανερωμένης που γύριζε πίσω, αλλά η εικόνα που βρίσκεται εντός του Αμπελουργικού Σταθμού στο μικρό παρεκκλήσι. Η θαυματουργή εικόνα από το 1955 που εγκαταστάθηκε στο νέο μοναστήρι δεν μετακινήθηκε. Η εικόνα της Παναγιάς που γύριζε πίσω είναι αυτή που βρίσκεται στο προσκυνητάρι μέσα στον Αμπελουργικό σταθμό η Παναγία των Ρόδων. Αυτή όντως προσπάθησαν να την πάρουν από το παρεκκλήσιο και να την τοποθετήσουν στο νέο μοναστήρι. Μέρα την πήγαιναν και τη νύχτα ένα φως έφευγε από το μοναστήρι και κατευθύνονταν στον Αμπελουργικό Σταθμό. Το πρωί έβρισκαν την εικόνα στο μικρό παρεκκλήσι. Τρεις φορές έγινε αυτό, ώσπου ο Μαρωνείας Τιμόθεος είπε ότι η Παναγία των Ρόδων «εδώ θέλει να μείνει. Ας την αφήσουμε στο μικρό παρεκκλήσι, γιατί δεν επιθυμεί να αλλάξει τον τόπο της. Και μέχρι σήμερα παραμένει εκεί στο προσκυνητάρι στο εκκλησάκι του Αμπελουργικού Σταθμού που οι γιαγιάδες της Αιγείρου το παρομοίαζαν πριν ανακαινισθεί με μικρό φούρνο. Σε αυτό το μικρό φούρνο σώζεται η Παναγιά των Ρόδων μια μικρή φορητή εικόνα. Εκεί που βρέθηκε η Φανερωμένη.»

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Προσκύνημα στην Παναγία την Προυσιώτισσα, την «Κυρά» της Ρούμελης



Την ονόμασαν «Αρχόντισσα» της Ρούμελης. Η Παναγία η Προυσιώτισσα, ένα από τα σημαντικότερα Μοναστήρια της Ελλάδας, βρίσκεται σε εκπληκτικής ομορφιάς απόκρημνη τοποθεσία κοντά στο χωριό Προυσός, στη νοτιοδυτική πλευρά της Ευρυτανίας. Για να φτάσει κανείς εκεί, μπορεί να ακολουθήσει δύο διαδρομές: Είτε ερχόμενος από το Καρπενήσι, είτε από το Αγρίνιο. Και στις δύο περιπτώσεις, η ευρυτανική φύση προσφέρει ανεπανάληπτες εικόνες άγριας ομορφιάς με πανύψηλα βουνά καλυμμένα με έλατα, φαράγγια με πλούσια νερά ορμητικών ποταμών και πυκνή βλάστηση παντού.

Κι όταν ο προσκυνητής αντικρύσει από μακριά την Μονή Προυσσού, δέος πλημμυρίζει την ψυχή του, βλέποντας το Μοναστήρι να βρίσκεται κρεμασμένο στο χείλος μιας απότομης χαράδρας, κλεισμένο ολόγυρα από ψηλά βουνά. Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη τον καταλαμβάνει όταν περπατήσει εντός της Μονής και μπει στο μικρό Καθολικό, που βρίσκεται μέσα σε απότομο βράχο.


Το ιστορικό μοναστηριακό συγκρότημα, που χρονολογείται από το 829 μ.Χ, απέχει 35 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι. Στο μονοπάτι που οδηγεί στην Μονή, βρίσκονται «τα πατήματα της Παναγιάς», επτά σχήματα διαφορετικού χρώματος που αποτελούν σύμφωνα με την παράδοση τα ίχνη που άφησε στον κάθετο βράχο που υπάρχει σε αυτό το σημείο, η Παναγία στο δρόμο της για τον Προυσό.

Σύμφωνα με την παράδοση, η ιερή εικόνα της Παναγίας, δημιούργημα του Ευαγγελιστή Λουκά, φυγαδεύτηκε το 829 μχ, κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, στην Προύσα της Μικράς Ασίας προκειμένου να γλιτώσει από το κάψιμο των βυζαντινών εικόνων που είχε διατάξει ο Αυτοκράτορας Θεόφιλος. Την εικόνα μετέφερε στην Ελλάδα ένας νεαρός άνδρας που ονομαζόταν Διονύσιος αλλά για άγνωστη αιτία αυτή χάθηκε όταν ο νέος έφθασε στη Θράκη.

Από την Θράκη η εικόνα εμφανίστηκε στην Ευρυτανία, κάνοντας αισθητή την παρουσία της σε έναν βοσκό με έναν φωτεινό στύλο που έφθανε από τη γη στον ουρανό, στις 23 Αυγούστου. Αυτή είναι και η ημερομηνία που γιορτάζεται η μνήμη της εικόνας στην μονή όπου μεταφέρθηκε, καθώς θεωρήθηκε ότι αυτός ήταν ο τόπος που επέλεξε η Μεγαλόχαρη για να «κατοικήσει».

Όπως αναφέρει το ιστορικό της Ιεράς Μονής, πολλά κτίριά της καταστράφηκαν επί Τουρκοκρατίας ενώ στο πιο πρόσφατο παρελθόν, μελανή σελίδα αποτελεί η εισβολή των Γερμανών στο Μοναστήρι στις 16 Αυγούστου του 1944 και η ολοσχερής καταστροφή των κτιρίων. Σύμφωνα με μαρτυρίες μάλιστα, ένας αξιωματικός θέλησε να κάψει και την εκκλησία, κάτι που δεν κατάφερε όσες φορές και αν το επιχείρησε. Το «αόρατο χέρι» της Παναγίας τον εμπόδισε, καθώς μια δύναμη τον έριξε με ορμή στο δάπεδο την ώρα που έδινε διαταγές.

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ


Η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας θεωρείται θαυματουργή και για το λόγο αυτό προσελκύει πλήθος πιστών από την Ελλάδα και το Εξωτερικό, ενώ το ασημένιο κάλυμμα της εικόνας το δώρισε ο Γ. Καραϊσκάκης (μαζί με τα στρατιωτικά του παράσημα), ως ένδειξη ευγνωμοσύνης στην Παναγία που τον θεράπευσε από ασθένεια (ελονοσία βαριάς μορφής) από την οποία υπέφερε τον καιρό που φιλοξενούταν στη Μονή στα μέσα της Επανάστασης. Την ένδυση, την κατασκεύασε ο χρυσοχόος Γεωργίος Καρανίκας το 1824 μ.Χ., όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας: «Η Παντάνασσα. Δι' εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824».

Η σχέση του μεγάλου - και αδικοχαμένου - οπλαρχηγού της Επανάστασης με την Ιερά Μονή Προυσού ήταν άρρηκτη: Μάλιστα, μέχρι σήμερα υπάρχει εκεί το κελλί στο οποίο διέμενε ο ήρωας του 1821. Επίσης, στο ενδιαφέρον μουσείο που λειτουργεί στο Μοναστήρι ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει εικόνες από το 15ο και 16ο αιώνα, ιερά άμφια, αργυρά και χρυσά δισκοπότηρα, χειρόγραφοι κώδικες, τυπογραφημένα βιβλία, τη φουστανέλλα και ολόκληρη την πανοπλία του Στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, καθώς και μεγάλα υφάσματα - λάφυρα από τουρκικά τζαμιά που αφιερώθηκαν στη Μονή από τους Αγωνιστές της Επανάστασης. Μια συντριπτική απάντηση στους γραικύλους χριστιανομάχους, που τολμούν και αμφισβητούν τον ΕΘΝΙΚΟ ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά τον Ξεσηκωμό του '21!

Έξω από τη Μονή υπάρχουν δύο κάστρα αριστερά και δεξιά, οι «πύργοι του Καραϊσκάκη».
Απέναντι από το Μοναστήρι βρίσκεται το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων που χτίστηκε επίσης το 1754 και σε κοντινή απόσταση μπορεί κανείς να επισκεφθεί το οίκημα της Σχολής Γραμμάτων που χτίστηκε το 1820 από τον Επίσκοπο Αγράφων Δοσίθεο.

Σήμερα, στο Μοναστήρι υπάρχουν δύο τριώροφοι ξενώνες για τη φιλοξενία των προσκυνητών, μουσείο εκκλησιαστικών αντικειμένων και μουσείο ελληνικών γραμμάτων της Ρούμελης.

Η κατανυκτική ατμόσφαιρα που επικρατεί στο μικρό Καθολικό κατά τη διάρκεια των Ακολουθιών, καθώς και η ξακουστή ιστορία του Μοναστηριού, ελκύουν πολυπληθείς προσκυνητές σε αυτήν από κάθε γωνιά όπου υπάρχουν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, στη χώρα μας και όχι μόνο. Πολλοί από τους επισκέπτες φιλοξενούνται εντός της Μονής, με ιδιαίτερη μάλιστα φροντίδα εκ μέρους του Ηγουμένου Χρυσοστόμου και αρκετών λαϊκών που διακονούν την «Κυρά». Αν λοιπόν όταν πάτε να προσκυνήσετε στην Παναγία την Προυσιώτισσα, θελήσετε να διανυκτερεύσετε εκεί, είναι βέβαιο πως θα θυμάστε με νοσταλγία τις στιγμές που περάσατε σε αυτό το δυσπρόσιτο, μα τόσο ευλογημένο τόπο όπου βρίσκεται η Ιερά Μονή Προυσού…!

* Προδημοσίευση από το νέο του βιβλίο «Μοναστήρια της Στερεάς Ελλάδας», που θα κυκλοφορήσει εντός του Ιουλίου 2014.

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Η ταυτόχρονη Ανάστασις και Ανάληψις της Υπεραγίας Θεοτόκου

 



Η ταυτόχρονη Ανάστασις και Ανάληψις της Υπεραγίας Θεοτόκου
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Η ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (102-Ν-3)
Ἀπό ὅλες τίς Θεομητορικές ἑορτές, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ἀναμφισβήτητα ὑπερδεσπόζει ἡ σημερινή τοιαύτη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία ἑορτή περιλαμβάνει δύο τμήματα.
Τό πρῶτο τμῆμα της εἶναι ἡ Κοίμησις καί ἡ ταφή τῆς Παναγίας Μητέρας μας καί τό δεύτερο τμῆμα εἶναι ἡ ὁλόσωμος Μετάστασις Αὐτῆς εἰς τούς Οὐρανούς, τοὐτέστιν ἡ Ἀνάστασίς Της καί ἡ ταυτόχρονη Ἀνάληψίς Της. Ἔτσι, ἡ Παναγία εὑρίσκεται σωματικῶς μέ ἄφθαρτον σῶμα εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
Στό σημεῖο αὐτό, νά διευκρινήσωμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι  ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ αὐτή καθ᾽ ἑαυτή. Εἶναι ἡ θεωρία περί τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, διότι ἡ Ἀποκάλυψις καί ἡ Πεντηκοστή τοῦ καθενός πιστοῦ εἶναι γεγονότα προσωπικά πού ἐξαρτῶνται ἀπό τήν πνευματική του προσωπική ἰδιοσυχνότητα καί χωρητικότητα.
Ὅμως ἡ Ἁγία Γραφή χωρίς τήν Ἱερά Παράδοσι δέν στέκεται ἀπό μόνη της. Χρειάζονται καί τά δύο. Ἡ Ἱερά Παράδοσις εἶναι ἰσόκυρη μέ τήν Ἁγία Γραφή. Ἄλλωστε, νά μή ξεχνᾶμε, ὅτι κάποια στιγμή ἦλθε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία καί καθώρισε συγκεκριμένα ποιά θά εἶναι ἀκριβῶς ἡ Καινή Διαθήκη, ποιά βιβλία δηλαδή εἶναι τά θεόπνευστα, ποιά εἶναι ἁπλῶς τά ὠφέλιμα καί ποιά εἶναι τά ψευδεπίγραφα.
Μέ αὐτά ὅλα θέλω νά τονίσω τήν ἀξία τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καί τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως ἐν πρώτοις, ἡ ὁποία φαίνεται σέ πάρα πολλά σημεῖα, ἀκόμη καί στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή (Κυριακή Η´ Ματθαίου), πού ὑπάρχει ἡ μεσολάβησις τῶν Ἀποστόλων μεταξύ Χριστοῦ καί πλήθους. Ὅπως λέγει ὁ Κύριός μας: «Δότε ὑμεῖς αὐτοῖς φαγεῖν». ''Ἐσεῖς νά τούς δώσετε νά φάγουν''.
Βλέπομε δηλαδή σέ ὅλο αὐτό τό θαῦμα, ἐκτός ἀπό φράσεις εὐχαριστιακῆς διαστάσεως πού μᾶς θυμίζουν καί μᾶς ἀνάγουν εἰς τήν Θεία Εὐχαριστία, καί τήν μεσολάβησι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού εἶναι βέβαια τό θεμέλιο τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως. Ὅπως λέγομε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ''...Εἰς μίαν Ἁγίαν Καθολικήν, δηλαδή Οἰκουμενικήν, καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, πού σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία στηρίζεται στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί στήν Ἱερά Παράδοσι.
Ἔτσι λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν Παράδοσι, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Καινή Διαθήκη σκοπίμως τίποτε δέν ἀναφέρει γιά τήν Κοίμησι τῆς Παναγίας, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἐπληροφορήθη κατά τρόπον, μυστικόν μέν ὡς πρός ἐμᾶς σαφέστατον βέβαια ὡς πρός Αὐτήν, κατά τρόπον δηλαδή ἄρρητον, καί συγκεκριμένα ἐπληροφορήθη διά μέσου ἀγγέλου. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι οἱ τρόποι τῆς θεϊκῆς πληροφορίας πού παίρνουν οἱ πραγματικοί Ἅγιοι καί κατά μείζονα λόγον ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἶναι ποικίλοι, ἄρρητοι καί ἀπόρρητοι. Διότι, προφανῶς ἀπείρους τρόπους ἔχει ὁ Θεός γιά νά πληροφορῆ τούς πραγματικούς Ἁγίους Του. Ὅμως, ὅλοι αὐτοί οἱ θεϊκοί τρόποι εἶναι ὑπέρ πᾶσαν νόησιν καί αἴσθησιν.  Ἄν τό θέλετε ἀκόμη καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι νά μᾶς τούς ἐξηγοῦσαν, πού δέν ἐπιτρέπεται βέβαια τίς πλεῖστες ὅσες φορές, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός νά μᾶς τά ἐξηγοῦσε - ἕνα σχῆμα ὑπερβολῆς καί φανταστικό, μέ τήν καλή τήν ἔννοια -, πάλι ἐμεῖς οἱ ἀμύητοι δέν θά μπορούσαμε νά καταλάβωμε τόν ἀκριβῆ τρόπο τῆς θεϊκῆς πληροφορίας.
Σημασία ὅμως ἔχει γιά τό ἐν λόγῳ θέμα μας, ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ὄντως ἐπληροφορήθη δι᾽ ἀγγέλου ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά ἀπήρχετο ἀπό τόν μάταιο τοῦτο κόσμο. Κατά τρόπον δέ θαυμαστόν εὑρέθησαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι δίπλα εἰς τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον ἀπό τά πέρατα τῆς οἰκουμένης πού τότε εὑρίσκοντο καταναλώνοντες ἑαυτούς εἰς τό κήρυγμα καί εἰς τήν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου.
Καί ὅταν λέμε ''εὑρέθησαν'' ἐννοοῦμε ὅτι καί οἱ ἴδιοι δηλαδή δέν μποροῦσαν νά τό ἐξηγήσουν. Ἐδῶ φαίνεται πῶς μπορεῖ ὁ Θεός νά μεταθέτη, ὅταν θέλη νά μεταθέση, κάποιον Ἅγιό Του ἀπό τό ἕνα μέρος στό ἄλλο μέρος σέ μηδέν χρόνο. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Θεός εἶναι καί «ὅπου Θεός βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις», νικᾶται φύσεως τοπική τάξις, καί χρόνου τάξις, κ.ο.κ.
Καί ἔτσι σέ μηδέν χρόνο θαυματουργικῶς εὑρέθησαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι εἰς ''Γεθσημανῆ τό χωρίον'', διότι τιμῆς ἕνεκεν καί ἀξίως καί δικαίως ἔπρεπε νά προλάβουν νά ἀσπασθοῦν καί νά εὐλογηθοῦν ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο πρίν Αὐτή ἀναχωρήση ἀπό αὐτόν τόν κόσμον. Ἔτσι ἡ Παναγία μας τούς εὐλόγησε καί ὅπως Ἐκείνη ἤθελε, ἤ μᾶλλον ὅπως ὁ Θεός ηὐδόκησε, ἁπλᾶ καί ταπεινά καί ἀθόρυβα, ἐκοιμήθη εἰς τό μικρό Της κρεββάτι.
Κατόπιν τούτου, μέ ὅλην τήν πρέπουσα καί δέουσα εὐλάβεια πού ἔτρεφαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι πρός τό πάνσεπτο Πρόσωπό Της, Τήν ἐκήδευσαν, εἰς ''Γεθσημανῆ τό χωρίον'', ὅπως ψάλλομε συνέχεια εἰς τίς Παρακλήσεις, ὅπου βέβαια καί ὁ τάφος Της σώζεται ἕως καί τῆς σήμερον. Ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, γιά τήν ὁποία ἔλεγε ὁ μακαριστός Γέρων Παΐσιος ὅτι ὁμοιάζει πιό πολύ ἀπό τίς ἄλλες εἰκόνες τῆς Παναγίας μέ τήν μορφή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Βέβαια, ἄν θέλωμε νά κυριολεκτήσωμε, ἡ μορφή τῆς ἀναστημένης Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἶναι ἄρρητος, ὅμως ὁμοιάζει μέ τήν μορφή τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, σύμφωνα δηλαδή μέ τίς γνωστές ἐμφανίσεις πού ἔκανε ἡ Παναγία Μητέρα μας.
Ἀλλά ἕνας ἀπό τούς δώδεκα Μαθητάς, κατ᾽ οἰκονομίαν καί κατά Θείαν Πρόνοιαν ἀπουσίαζε. Καί πάλιν αὐτός, ὄχι τυχαῖα, ἦτο ὁ Θωμᾶς, ὁ ὁποῖος ἀπουσίαζε καί ὅταν πρωτοενεφανίσθη ὁ Χριστός εἰς ὁλόκληρη τήν ὁμάδα τῶν Μαθητῶν. Εἶχαν προηγηθῆ, πρό αὐτῆς τῆς κοινῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστοῦ στό σύνολο τῶν Μαθητῶν, καί ἄλλες πολλές ἐμφανίσεις, μέ πρώτη βέβαια ἐμφάνισι εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί εἰς τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή πού ἐδιαβάσαμε σήμερα στό ἑωθινό Εὐαγγέλιο, ἡ ὁποία ὅμως δέν ἐννόησε ἀμέσως τά τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος πού ἔκλαιγε καί ἐνόμισε ὅτι ὁ Κύριος ἦτο ὁ κηπουρός καί ἐζητοῦσε νά μάθη διάφορες πληροφορίες. Ἀλλά ὁ Χριστός τῆς εἶπε «μή μου ἅπτου». Ἐνῶ δηλαδή ὁ Κύριος ἀργότερα προκαλῆ τόν Ἀπόστολο Θωμᾶ νά τόν ἀγγίση, εἰς τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή λέγει ''μή με ἀκουμπᾶς''.
Ὦδε ἡ διάκρισις τῶν Ἁγίων. Ὦδε ἡ διάκρισις τῆς Πηγῆς τῆς διακρίσεως, πού εἶναι ἡ Αὐτοαγιότης, ὁ Χριστός, πού τόν μέν ἕναν προκαλεῖ μέ τήν καλή ἔννοια νά τόν ἀκουμπίση, τόν Θωμᾶ δηλαδή, γιά νά πιστωθῆ ἡ Ἀνάστασις καλύτερα, ἀλλά εἰς τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή λέγει «μή μου ἅπτου» γιατί εἶχε ἄλλη ψυχολογία. Ἀπό ἄλλο ἔπασχε ὁ α´, ἀπό ἄλλο ἔπασχε ὁ β´.
Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἐνόμιζε ὅτι θά ἦταν ὁ ἀναστημένος Χριστός ὅπως ἡ παληά καλή ἁγία παρέα καί ἔπρεπε νά τῆς κάνη ἕνα πρῶτο μάθημα νά τήν ταρακουνήση καί νά τήν ξυπνήση ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι ''ναί μέν ἀναστήθηκα, ἀλλά ἀλλάζουν τά πράγματα καί γι᾽ αὐτό μή μέ ἀκουμπᾶς''.
Βλέπετε, πῶς οἱ Ἅγιοι, ἀναλόγως τοῦ προβλήματος καί τῆς θέσεως τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ διάκρισι συμπεριφέρονται. Ἀλλοιῶς στόν α´, ἀλλοιῶς στόν β´. Ἄς μή πᾶμε καί πολύ μακρυά. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στόν μέν Ἀπόστολο Τίτο πού ἦταν εἰς τήν Κρήτη λέγει νά μή περιτμηθῆ, ἐνῶ στόν Ἀπόστολο Τιμόθεο ὁ ἴδιος ὁ ''Γέροντας'' - νά τό ποῦμε μέ τά σημερινά δεδομένα - ὁ ἴδιος Ἀπόστολος Παῦλος σέ ἄλλο του πνευματικό παιδί, κι αὐτό ἐξ ἴσου ἄξιο καί ἅγιο, ἐπειδή εὑρίσκετο σέ ἄλλη περιοχή ὅπου ὑπῆρχαν ἄλλα ρεύματα πνευματικά, προκειμένου νά περάση τό κυριώτερο, πού ἦταν ἡ διάδοσις τοῦ Εὐαγγελίου καί νά μή σκαλώσουν σέ κάποιες προλήψεις πού μέχρι τότε δικαιολογημένα εἶχαν, τοῦ ἐπιβάλλει νά περιτμηθῆ. Κλείνει αὐτή ἡ παρένθεσις ''περί διακρίσεως'', πού βλέπομε ἐδῶ καί στόν Χριστό, πῶς ἐνήργησε ἀλλοιῶς στήν Μαρία τήν Μαγδαληνή καί ἀλλοιῶς στόν ἅγιο Ἀπόστολο Θωμᾶ.
Καί ἐπανερχόμεθα εἰς τό κύριό μας θέμα. Σκοπίμως τότε ἔλειπε ὁ Θωμᾶς ἀπό τόν ὅμιλο τῶν ἄλλων Μαθητῶν κατά τήν Κυριακή τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ Θωμᾶς δέν ἦτο περισσότερο ἄπιστος ἀπό τούς λοιπούς Μαθητές, διότι κανείς Μαθητής δέν ἐπίστευσε ὅτι ὁ Χριστός ἀνεστήθη πρίν ὁ ἴδιος προσωπικά δῆ τόν ἀναστημένο Χριστό, ἔστω κι ἄν οἱ ἄλλοι τόν ἐπληροφοροῦσαν περί αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Θυμηθεῖτε τί εἶπαν γιά τήν Ἁγία Μαρία τήν Μαγδαληνή. «Ἐφάνησαν ὡσεί λῆρος τά ρήματα αὐτῆς». Τούς ἐφάνησαν δηλαδή σάν γυναικεῖες φαντασιώσεις τά λόγια τῆς Ἁγίας.
Λοιπόν τότε ἔλειπε ὁ Θωμᾶς γιά νά πιστωθῆ κατά τόν καλύτερο καί πιό ρεαλιστικό ἱστορικό τρόπο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ. Διότι, μέχρι τότε δέν εἶχε δοθῆ ἡ καθολική ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί εἶχαν τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες τους οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, πού καθόλου γι᾽ αὐτό βέβαια δέν μειώνονται. Ἔτσι, ὅπως τότε συνέβη αὐτό γιά νά πιστωθῆ κατά τόν καλύτερο τρόπο ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καί τώρα, ὄχι τυχαῖα, εἰς τήν Κοίμησι τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἔλειπε πάλι ὁ Θωμᾶς. Καί ὅταν πῆγε ἐκεῖ καθυστερημένα τόν ἔπιασε ἕνα λευκό ἅγιο παράπονο, ἕνα ἀπαθές παράπονο καί ἤθελε κι αὐτός νά ἀσπασθῆ τό νεκρό σῶμα καί νά εὐλογηθῆ, ἔστω καί ἀπό τήν νεκρά ὅπως ἐνόμιζαν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
Γι᾽ αὐτό, ἀξίως καί δικαίως, μετά τρεῖς ἡμέρες οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἤνοιξαν τόν τάφον γιά νά πάρη τήν εὐλογία καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, ἔστω κι ἄν εἶχε ἤδη κοιμηθῆ ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Καί ὅταν ἤνοιξαν τόν τάφον τῆς Παναγίας διεπίστωσαν ὅλοι, παρά πᾶσαν ἐλπίδα καί προσδοκίαν, ὅτι ἔλειπε τό σῶμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί εὑρίσκετο ἐκεῖ μόνον ἡ σινδόνα μέ τήν ὁποίαν εἶχε τυλιχθῆ, ὅπως δηλαδή ἀκριβῶς εἶχε συμβῆ μέ τόν Χριστό, πού εὑρέθησαν ἐκεῖ τό σουδάριον, κλπ., τυλιγμένα εἰς τήν ἐντέλειαν. Καί ὁ Χριστός βέβαια εἶχε ἀναστηθῆ.
Καί τότε διεπίστωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅτι ἡ Παναγία Θεοτόκος εἶχε ἀναστηθῆ. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορική κατοχύρωσις τοῦ γεγονότος, πού διασώζει ἀδιαμφισβήτητα ἡ Ἱερά Παράδοσις, γιατί πῶς εἶναι δυνατόν ἕνα σῶμα νά προλάβη νά λειώση σέ τρεῖς ἡμέρες δηλαδή.
Βέβαια, εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, σύμφωνα μέ τήν γνώμη ὅλων τῶν ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ταυτόχρονα μέ τήν Ἀνάστασίν Της ἔλαβε χώραν καί ἡ Ἀνάληψίς Της, ὅπως τό ἀναλύουν πάλιν καί πολλάκις, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης καί πλεῖστοι ὅσοι Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μέ αὐτό τό θέμα.
Καί ὅπως εἴπαμε ὑπάρχει κατ᾽ ἀρχάς ἡ ἱστορική κατοχύρωσις τήν ὁποία περιληπτικώτατα ἀναφέραμε εἰς τήν ἀγάπη σας. Ἀλλά ὑπάρχει καί σαφεστάτη προφητική πολλαπλῆ ποικίλη κατοχύρωσις. Ἁπλῶς, ἕνα-δύο σημεῖα θά ἀναφέρωμε γιά νά μή μακρύνωμε πολύ τόν λόγο.
Εἰς τούς Ψαλμούς, ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ λέγει, μεταξύ τῶν ἄλλων: «Ἀνάστηθι Κύριε εἰς τήν ἀνάπαυσίν σου, σύ καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου». Θά ἀναστηθῆς Κύριε Ἐσύ, ἀλλά ὄχι μόνον Ἐσύ - πού ἀναφέρεται προφανῶς εἰς τόν Χριστόν ἀπό τήν ὅλη συνάφεια τοῦ Ψαλμοῦ -, ἀλλά «καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου». Εἰς τήν κιβωτό τοῦ ἁγιάσματος, ἐκεῖ εἰς τήν Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ἐφυλάσσοντο οἱ πλάκες τῆς Διαθήκης, οἱ πλάκες πού εἶχε πάρει ὁ θεόπτης Μωϋσῆς εἰς τό ὄρος Σινᾶ.
Ἀλλά, κατά μείζονα λόγον ''κιβωτός τοῦ ἁγιάσματος'' εἶναι ἡ ἰδία ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, γιατί ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης ἦτο τύπος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐπειδή μέσα Της δέν εἶχε προφανῶς τίποτε πλάκες, ἀλλά εἶχε τόν  Ἴδιο τόν Ἐντολοδόχο. Μάλιστα δέ τότε ἦτο ἐνεργῶν ὁ ἄσαρκος Λόγος, ὁ ἄσαρκος Χριστός. Ὁ Χριστός, πρίν γίνη ἄνθρωπος δηλαδή, γιατί ἕνα εἶναι τό πρόσωπο. Ὅπως λέγει ὁ Χριστός «πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ - ἐγώ, ὡς πρόσωπο, ὡς ὕπαρξις - εἰμί», ὑπάρχω δηλαδή. Καί τότε τά ἔχασαν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι καί ἤθελαν ἐκεῖ νά τόν λιθοβολήσουν, κλπ.
Λοιπόν, ἡ Παναγία ἐχώρεσε μέσα Της τόν ἴδιο τόν Ἐντολοδόχο, τόν Χριστό δηλαδή. Γι᾽ αὐτό ὅπως ψάλλομε ἐκεῖ τά Χριστούγεννα λέμε ἕνα ὡραῖο τροπάριο-προσόμοιο ''ὁ ἀχώρητος παντί πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί, ὁ ἐν κόλποις τοῦ πατρός πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρός• πάντως ὡς οἶδε, ὡς ἠθέλησεν καί ὡς ηὐδόκησεν, ἄσαρκος γάρ ὤν ἐσαρκώθη ἑκών καί γέγονεν ὁ ὤν ὅ οὐκ ἦν δι᾽ ἡμᾶς». Δηλαδή, μέ ἁπλᾶ λόγια, πῶς Αὐτός πού δέν τόν χωροῦν τά σύμπαντα ἐχώρησε μέσα σέ ἀνθρωπίνη κοιλιά, μέσα σέ ἄχραντη κοιλιά, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου; Γι᾽ αὐτό καί ἡ Παναγία μας δέν εἶναι ἁπλῶς ἡ ''σκηνή τοῦ ἁγιάσματος'', ἀλλά πολύ εὔστοχα ὀνομάζεται σύν πολλοῖς ἄλλοις ὀνόμασι καί ''Χώρα τοῦ Ἀχωρήτου''.
Τώρα, στηριζόμενοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες στήν ἱστορική καί προφητική κατοχύρωσι, πού ἐν ὀλίγοις ἀναπτύξαμε, κατέθεσαν, διεσαφήνισαν, ἀνέπτυξαν, ἑρμήνευσαν, περιχαράκωσαν γραπτῶς αὐτήν τήν διδασκαλία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μυστικό δόγμα τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Αὐτό, προφανῶς καί δέν εἶναι ὑποδεέστερο ἀπό τά ἄλλα δόγματα, ἀλλά εἶχε καί ἔχει τήν ''πολυτέλεια'' νά μήν ἀμφισβητηθῆ. Γι᾽ αὐτό εἶναι καί πιό ''ἔγκυρο'' - ὅλα τά δόγματα βέβαια εἶναι ἐξ ἴσου ἔγκυρα -, διότι δέν εὑρέθηκε κανείς αἱρετικός εἰς τό διάβα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας νά τό ἀμφισβητήση. Τώρα, ἐάν κάποιοι σύγχρονοι θεολόγοι, ἤ ἄσχετοι, ἤ κάποιοι εὐλαβεῖς, ἀλλά ἀπό ἄγνοια ἤ ἐπηρεασμένοι ἀπό ἄλλες θέσεις δυτικοῦ τύπου λέγουν πράγματα τά ὁποῖα δέν εὐσταθοῦν, ἔ, τί νά κάνωμε; Ἐμεῖς πρέπει νά στηριζώμεθα εἰς τούς Ἁγίους Πατέρες, εἰς τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας, πού οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ πιό πολλοί ἀπ᾽ αὐτούς, ὅπως ὁ Ἅγιος ὁ Παλαμᾶς, εἶχαν δεῖ καί ζωντανά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.  
Ἔτσι λοιπόν ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τό ἀναλύουν αὐτό καί εἶναι σεσιγημένον μυστήριον. Ἄλλωστε, τά τῆς Θεοτόκου ὅλα εἶναι σεσιγημένα εἰς τήν Ἁγία Γραφή. Ἐνῶ εἶχε μέσα Της τόν Θεόν Λόγον καί εἶχε τόν πρῶτον λόγον νά ὁμιλῆ, ὅμως ἄφησε τόν Χριστόν νά τά πῆ ἀργότερα καλύτερα μέ τά θαύματα καί μέ τήν διδασκαλία Του. Ἐνῶ εἶχε τόν πρῶτο λόγο, γιατί μέσα Της εἶχε τόν ἐνυπόστατο Λόγο, αὐτή νά εἶναι ἡ Γερόντισσα καί ἡ Διδασκάλισσα, ὅμως δέν εἶχε ἀρθρώσει καμμία λέξι. Καί ἄν βάλωμε καί κάποια καλή φαντασία, καί ἀπό κάποιους ἐκεῖ Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, διδασκάλους, μέ καλή ἤ μέ ὄχι καλή διάθεσι, πιθανῶς νά ἐδέχετο καί κάποιες συμβουλές καί κάποιες διδασκαλίες. Ποιός; Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, πού εἶχε λάβει τό Ἅγιο Πνεῦμα σέ τέλειο βαθμό. Βλέπομε τί μεγαλεῖο ταπεινώσεως καί σιωπῆς εἶχε ἡ Παναγία Μητέρα μας.
Ἐπίσης, ἀναλύσαμε ὅτι ἡ Ἱερά Παράδοσις εἶναι ἰσόκυρος μέ τήν Ἁγία Γραφή καί ὅτι οἱ Οἰκουμενικαί Σύνοδοι ἠσχολήθησαν μόνο μέ προβλήματα πού ἔτυχε νά ἀπασχολήσουν τήν Ἐκκλησία στό πέρασμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Ἀλλά εὐτυχῶς γι᾽ αὐτό τό θέμα κανείς αἱρετικός δέν εὑρέθηκε νά τό ἀμφισβητήση. Γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπῆρξε ἀνάγκη συγκλίσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἄλλωστε, ἐκτός ἀπό τήν διαχρονική Πατερική Γραμματολογία, αὐτό φαίνεται, σύν τοῖς ἄλλοις, καί στήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μόνον δύο παραδείγματα θά ἀναφέρωμε.
Ὅπως ψάλλομε στό Κοντάκιο «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε», τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο δηλαδή. Ἤ, εἰς τό τελευταῖο τροπάριο τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ πρώτου Κανόνα τῆς ἑορτῆς, ἀναφερόμενος ὁ ὑμνογράφος εἰς τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, λέγει: Νά τό ποῦμε μέ ἁπλᾶ λόγια στήν ἀρχή. «Γι᾽ αὐτό ἀκολουθοῦσα τούς νόμους τῆς φύσεως» καί μετά λέγει στά ἀρχαῖα «δι᾽ ὅ θνήσκουσα σύν τῷ Υἱῷ ἐγείρῃ διαιωνίζουσα». «Γι᾽ αὐτό, ἀφοῦ ἐκοιμήθης, μετά, μαζί μέ τόν Υἱό Σου, ὅπως καί ὁ Υἱός Σου, ἐγείρεσαι διαιωνίζουσα».
Νομίζω αὐτά εἶναι ἀρκετά, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιά νά πιστώσωμε τοῦ λόγου τό ἀληθές. Αὐτό πού πρέπει τώρα νά συνειδητοποιήσωμε εἶναι ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀπό τώρα δέν εὑρίσκεται ἁπλᾶ εἰς τόν Παράδεισον, ὅπως ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί ὅλοι οἱ σεσωσμένοι, ἀλλά εὑρίσκεται ἀπό τώρα εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, γιατί ἔχει ἤδη πάρει τό ἄφθαρτο τελικό σῶμα, ὅπως δηλαδή καί ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μέ τήν Ἀνάληψί Του ἀνέβασε τήν ἀνθρωπίνη φύσι σέ αὐτό τό ὕψος τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἁπλῶς, γιά τόν Χριστό, ἔπρεπε νά μείνη σαράντα ἡμέρες πρίν ἀνεβῆ ἡ ἀνθρωπίνη σάρκα εἰς τόν Οὐρανό γιά τόν λόγο ὅτι ἔπρεπε νά πιστωθῆ πέρα γιά πέρα ἡ ἱστορικότητα καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀναστάσεώς Του. Γι᾽ αὐτό καί στήν ἀρχή ἐνεφανίζετο ὅπως τόν ἤξεραν, ἐνῶ ὁ ἀναστημένος Χριστός ἦταν διαφορετικός καί ἄρρητος στήν θέα Του. Μετά ἐνεφανίζετο διαφορετικά καί τούς ἔκανε σταδιακά μαθήματα πίστεως ἕως ὅτου ἀνελήφθη. Ἐνῶ στήν Παναγία μας δέν ὑπῆρχε αὐτός ὁ λόγος. Ἄλλωστε, ὅπως εἴπαμε, ὅλα τά τῆς Παναγίας μας εἶναι σεσιγημένα μυστήρια.
Ἔτσι, ἡ Παναγία μας εἶναι ὁ μόνος ἄνθρωπος πού ἀπό τώρα εὑρίσκεται σωματικῶς μέ ἄφθαρτο σῶμα εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί πρέπει ἡ ἰδική Της Ἀνάστασις-Ἀνάληψις νά μᾶς χαροποιῆ πιό πολύ καί ἀπό αὐτήν τήν Ἀνάστασι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ἐξηγούμεθα. Ὁ Χριστός, ὅπως ψάλλωμε εἰς τούς Αἴνους τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, ἀνεστήθη ''αὐτεξουσίως'', ἀπό μόνος του δηλαδή. Ἐπί πλέον, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ''...ὁ Θεός ἀναστήσας τόν παῖδα Αὐτοῦ Ἰησοῦν'' (Πράξ. γ´ 26). Καί τά δύο εἶναι σωστά, διότι ὅταν λέμε ''ὁ Θεός'', ὅταν λέμε ''ὁ Πατήρ'', ὑπάρχει κοινή ἐνέργεια στά τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος καί τό Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή ἀνέστησαν τήν ἀνθρωπίνη φύσι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἐπειδή ὁ Χριστός ἦταν καί Θεός - λόγῳ τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως ἔχομε ἕνα Πρόσωπο στόν Χριστό, τοῦ Θεοῦ Λόγου -, γι᾽ αὐτό καί τά δύο εἶναι σωστά, δηλαδή καί τό ὅτι ὁ Χριστός ἀνεστήθη αὐτεξουσίως, καί τό ὅτι ὁ Θεός, ἡ Ἁγία Τριάς, ἀνέστησε τόν Χριστόν.
Ἐνῷ ἡ Παναγία Μητέρα, ναί μέν δέν ἀνεστήθη αὐτεξουσίως, διότι ἦταν ἁπλός ἄνθρωπος. Ἀνεστήθη μέ ἄκτιστο θεία τριαδολογική ἐνέργεια, δηλαδή ἀνεστήθη ἀπό τόν Θεό. Ὁπότε, εἶναι ἡ πρώτη ἐγγύησις καί προκαταβολή, εἶναι ἡ πρώτη ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὅλοι θά ἀναστηθοῦμε. Διότι, νά, ἕνας δικός μας ἁπλός ἄνθρωπος, πού δέν διαφέρει ἀπό μᾶς ὡς πρός τήν φύσι ἀλλά μόνο ὡς πρός τήν ἁγιότητα, ἀπό τώρα ἔχει ἀναστηθῆ. Ὁπότε ἐμεῖς πρέπει νά χαιρώμεθα γι᾽ αὐτό, διότι ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἐκπλήρωσι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, εἶναι ἡ σωτηρία καί τῶν ἀγγέλων, καί τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως. Εἶναι ἡ ''γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐγγύς πρός οὐρανόν'', γιατί καί ἡ κτίσις θά ἀνακαινισθῆ δυνάμει τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄρα δυνάμει τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπό τήν ὁποίαν δανείσθηκε σάρκα ὁ Θεός Λόγος.
Γι᾽ αὐτό, νά Τήν εὐγνωμονοῦμε αἰώνια καί νά τήν παρακαλοῦμε ἀδίστακτα, ἀφοῦ πρῶτα ὅμως ἐφαρμόζωμε τίς ἐντολές τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ Της. Γι᾽ αὐτό καί τιμῆς ἕνεκεν λέγομε «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς». Διότι, ἡ Παναγία δέν εἶναι ὀντολογικός μεσίτης. Εἶναι ἠθικός μεσίτης, ἀλλά ἐπειδή διαφέρει ἡ παρρησία Της πάρα πολύ ἀπό τήν μεγάλη παρρησία τῶν λοιπῶν Ἁγίων, γι᾽ αὐτό τιμῆς ἕνεκεν λέγομε ''Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς''. Ἐνῶ ὁ Χριστός εἶναι ὀντολογικός μεσίτης πρός τόν Πατέρα. Δηλαδή καί μόνον ἡ ἐνανθρώπισίς Του εἶναι μία πρεσβεία στόν Θεό Πατέρα, εἶναι ἡ αἰτία τῆς συμφιλιώσεώς μας μέ τήν Ἁγία Τριάδα.
Εὔχομαι λοιπόν νά Τήν παρακαλοῦμε ἀδίστακτα καί νά Τήν εὐγνωμονοῦμε αἰώνια, γιατί Αὐτή εἶναι ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως, τῆς ὁποίας θεώσεως εὔχομαι, διά πρεσβειῶν Της, ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως, ἀλλά καί ἀπό αὐτήν τήν ζωή, νά τύχωμε.
Ἀμήν. Γένοιτο!


Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος
(Ὁμιλία κατά τήν Θεία Λειτουργία στήν Ἱερά Μονή - 18/8/2013)

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Η Ανάσταση της Θεοτόκου.



Ισως ο παρών ασυνήθιστος τίτλος σταθεί πρόξενος «συνηθισμένων» ενστάσεων και εντόνου παραξενισμού. Η ενδεχόμενη ίσως αντί-θεση στην εκφραζόμενη αυτή θέση, ενώ φυσικά επιτρέπεται, παράλληλα όμως υπαινίσσεται παντελή έλλειψη ορθόδοξου καταρτισμού και πλουτισμού Θεολογίας. Η Θεολογική άγνοια, συμπορευόμενη με την επιπόλαιη και λανθασμένη γνώση, ειδικώς όταν διαφαίνεται σε ειδήμονες, συνιστά ανεπίτρεπτη αμάθεια και πλήρη έλλειψη Θεογνωσίας.

 Δυστυχώς πολλοί από μας δεν γνωρίζουμε πως ο συνεκτικός όρος «Μετάσταση» δεν αντιτίθεται στην έννοια της αναστάσεως, αλλα μάλιστα και κάλλιστα την εμπεριέχει. Είναι όντως λυπηρό (κάποτε και άκρως τραγικό) να λέγονται και να γράφονται πράγματα ξένα προς την Αγία Γραφή και απαράδεκτα από την Αποστολική μας Παράδοση, όπως το ότι «η Παναγία δεν αναστήθηκε όπως ο Υιός της αλλά μεταστάθηκε»…

 Πρώτον, η Αγία Γραφή τελείως ανατρέπει τέτοιες αντορθόδοξες δοξασίες. Ο Ιερός Δαυίδ στους προφητικούς ψαλμούς πολύ περίεργα προλέγει: «Ανάστηθι, Κύριε, συ ΚΑΙ η Κιβωτός του αγιάσματός σου!» Ενας από τους πιο εξαίσιους και ξεχωριστούς τίτλους της Παναγίας είναι ακριβώς αυτός: «Κιβωτός του αγιάσματός». Επίσης και το «ηγίασε το σκήνωμα αυτού ο Υψιστος», το «ηγίασε» εδώ σημαίνει ανέστησε και αναφαίρεται και ψάλλεται στην Θεοτόκο, η οποία είναι Σκήνωμα του Υψίστου. Μπορεί η Καινη Διαθήκη να μην αναφέρει τίποτε για την Μετάσταση της Θεοτόκου, αλλά δεν είναι τυχαίο και άνευ σημασίας το ότι πριν την τριήμερη Ανάστασή του ο Χριστός, κατά την Σταύρωση, μας παριστάνει δύο αποκλειστικά πρόσωπα, τα οποία παραδίδει με «περίεργο» τρόπο το ένα στο άλλο, τα οποία είναι τα μόνο που «τόλμησαν να παραμείνουν κάτω από τον Σταυρό», οι οποίοι και οι δύο, θα αναστηθούν και αυτοί λίγο αργότερα, τριήμεροι!
 Πλειάδα των Αγίων Πατέρων ρητώς αναφέρουν την Ανάσταση της Θεοτόκου. Ενω μίλησαν ανοικτά και ουσιαστικά για την Ανάσταση του Χριστού, ως κέντρο του Ευαγγελίου, κέντρο της Πίστεως και της Λατρείας μας, για την Ανάσταση όμως της Παναγίας το άφησαν να ωριμάσει ως καρπός βαθειάς πίστεως και αγάπης των Ορθοδόξων προς την Θεομήτωρα, κτίζοντας αυτήν την πεποίθηση με «πύργο ρημάτων» και οχυρώνοντας αυτήν την πίστη «εν βάρεσιν εννοιών» ώστε να εξελιχθεί ως Αποκάλυψη Αληθειών και Μυστηρίων που «ακόμη και οι ίδιοι οι Αγγελοι επιθυμούν να παρακύψουν» και να εξευρενήσουν. (Α’ Πέτρου, 1, 12).

 Ο λόγος όμως που οι Αγιοι Πατέρες δεν επικύρωσαν την Μετάσταση της Θεοτόκου ως δόγμα είναι προς αποφυγή της «Μαριολατρείας» και αποτροπή περαιτέρω παρερμηνειών η σχισμάτων. Και η Μετάσταση του Αγίου και Ευαγγελιστού Ιωάννη, δεν είναι δόγμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι και βασική αλήθεια. Η μόνη Θεολογική διαφορά της Αναστάσεως του Χριστού με την Ανάσταση της Παναγίας και του Ευαγγελιστή Ιωάννη είναι ότι ο Χριστός αναστήθηκε «αφ’ εαυτού» με την δική του Θεϊκή δύναμη, ενώ οι άλλοι μεταστάθηκαν, «μετά της ανασταινούσης δυνάμεως του Χριστού». Υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη πολλές προ-τυπώσεις της Αναστάσεως του Χριστού (Ιωνάς μέσα στο κοίτος, Ιωσήφ ο Πάγκαλος, Οραμα Προφήτη Ιεζεκιήλ, Προφήτης Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων κλπ) Υπάρχουν όμως και μετα-τυπώσεις της Αναστάσεως και είναι οι Μεταστάσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Ευαγγελιστού Ιωάννη.

 Ο Αγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει: «Διά της Κοιμήσεώς της, η Θεοτόκος αξιώθηκε της ανακαινήσεως και αναζωοποιήσεως, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάσταση».

 Ο Αγιος Γρηγόριος Θεσσαλονίκης διασαφηνίζει: «Το σώμα που γέννησε τον Σωτήρα συνδοξάζεται με θεία δόξα μαζί με Αυτόν που εξήλθε από αυτό το Σώμα το οποίο και αυτό αναστήθηκε σύμφωνα με την προφητική φράση:  «Ανάστηθι, Κύριε, συ και η Κιβωτός του αγιάσματός σου!»

 Ο Αγιος Μάρκος ο Ευγενικός ευγενικώς αλλά και αυστηρώς καθορίζει: «Απέθανε αλλ’ ανέστη τριήμερος, πιστοποιούσα την κοινήν ανάστασιν ην ελπίζομεν πάντες».

 Ο Δογματικότατος Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δογματίζει: «Η Θεοτόκος έπρεπε να αναστηθεί εκ τάφου!»

 Ενα λογικό επιχείρημά μας θα μπορούσε να είναι: «Ο Θεός που επέτρεψε να έχουμε τόσους ολόσωμους αγίους και αδιάφθορα λείψανα, όπως το ίδιο το δεξί χέρι του μεγίστου Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και την χείρα της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (που ήταν σύγχρονοι της Θεοτόκου) δεν θα επέτρεπε να έχουμε μέρους (εάν όχι ολόκληρο) του Παναγίου Σώματος της Παναγίας μας;» Εχουμε μόνο την Αγία Εσθήτα, την Τιμία Ζώνη και τίποτε άλλο, διότι είναι αναστημένο και δεδοξασμένο. Λογικό πάντως είναι, πως το Εξοχο και Υπέραγνο Σώμα που «δάνεισε» Σάρκα και Αίμα στον Θεάνθρωπο Ιησού να μην κατέληγε ποτέ άδοξα στο χώμα, παραδομένο στη φθορά και την όζουσα σήψη της αποσυνθέσεως.

 Ο περίπλοκος αυτός και περιποίκιλτος όρος, «δάνεισε», όσο παράξενος και εάν ακούγεται, άλλο τόσο και φοβερά συγκινητικός είναι, καθότι το ιερό αυτό δάνειο δεν είναι «δανεικό και αγύριστο» αλλ’ επιστρέφεται με ασύληπτο και υπέρογκο «Τόκο» όχι μόνο προς την Θεοτόκο, αλλά και προς όλους τους πιστούς Ορθοδόξους που την αποδέχονται ως Μητέρα τους, μέσω του «Σταθερού Επιτοκίου» του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Στο δεύτερο Στιχηρό του δευτέρου Κανόνα της Ογδόης Ωδής της Κοιμήσεως, παρουσιάζεται ο Χριστός «ως οφειλέτης Υιός».

 Στην διαδραματική Εικόνα της Κοιμήσεως, ο Χριστός δέχεται τώρα με λαχτάρα και ορθάνοιχτα χέρια στην αγκαλιά Του, αυτήν που Τον αγκάλιασε πρώτη και θήλασε τον Συνέχοντα τα πάντα και Τροφόν της ζωή μας. Για αυτό λέγει το Μεγαλυνάριο της Ενάτης Ωδής: «Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιὼν σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχὴν χειριζόμενον». Τρελλάθηκαν από την χαρά τους οι Αγγελοι να βλέπουν τον δικό τους «Αφεντικό» να αγκαλιάζει και να υποδέχεται την ΜΑΝΝΑ Του! Ο Δοτήρας των αγαθών και Δωρητής του Παραδείσου μας δώρησε την Θεοτόκο. Και εμείς Του προσφέραμε Μητέρα Παρθένον, «τα σα εκ των σων». Δώσαμε σώμα και αίμα, και λαμβάνουμε Σώμα και Αίμα Θεϊκό, Αίμα και Πυρ και Ατμίδα καπνού. Δώσαμε γάλα και λάβαμε Δωδεκαετή Παντοκράτορα. Χαρίσαμε άνθρωπο και λάβαμε Θεάνθρωπο. Προσφέραμε Αγνεία και λάβαμε άμεση και αποδεκτή Πρεσβεία. Χαρίσαμε Παρθενία και λάβαμε Θεομητορία.

 Πρωτοφανές ορόσημο στην παγκόσμια ιστορία: «Ιδού η δούλη σου, γένοιτο κατά το ρήμα σου». Καμιά άλλη γυναίκα ισχυρή, με δύναμη ανυπέρβλητη και κοσμική επιρροή, δεν κατάφερε ποτέ να καθορίσει την πορεία και τύχη του πλανήτη με μία μόνο τέτοια απλή, σημαδιακή συγκατάθεση. Καμία άλλη διάσημη μητέρα, βασίλισσα ή πριγκίπισσα, αυροκρατόρισσα ή αυγούστα, δεν κατάφερε ποτέ να διασχίσει και να προσδιορίσει την ιστορία ολόκληρης της ανθρωπότητας σε «Πριν και Μετά» από τη γέννηση ενός υιού της. Κανένα άλλο νήπιο δεν προσκυνήθηκε από τη γέννησή του ως Βασιλιάς και Θεός ταυτοχρόνως, και κανένα άλλο νήπιο δε στάθηκε αφορμή να σφαγιαστούν αδίκως, χιλιάδες άλλα τόσα αθώα νήπια, στο όνομά Του, και να παρασταθούν ως πραγματικοί Πρωτομάρτυρες στο Χριστιανικό προσκήνιο.

Τέτοια άφταστη και ανείπωτη θεία δόξα, ενός νεοτάτου και αγνοτάτου κοριτσιού, θα την ζήλευαν οι φεμινήστριες απανταχού της γης. Ενα κυριολεκτικά άγνωστο και άσημο δεκαεξάχρονο κορίτσι που ζούσε σε μια άσημη γωνιά της γης, τολμά τώρα να προφέρει και να προμηνύει σα πάνσοφη προφήτιδα την πιο παράξενη προφητεία, την πιό σοκαριστική δήλωση, το πιό διαδραματικό διάγγελμα, την πιο διαπλανητική προσφώνιση και την πιο πρωτοπορειακή ποτε (αλλά και προκλητική ίσως) ακατάκριτη αυτοπροβολή:

 «Από τώρα και πέρα θα με μακαρίζουν, θα με εξυμνούν και θα με δοξάζουν όλες οι γενιές του κόσμου!»

 Η Θεοτόκος επίσης «κείται εις πτώσιν και ανάσταση πολλών». Πίπτει πάνω της διάβολος και λυσσάζει, διότι διαβάζει το «Ιδού η Παρθένος» και εξετάζει καλά τις παρθένες όλες όπου γης, να βρεί ποιά μπορεί να είναι!» (Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης). Πίπτουν επάνω της οι δαίμονες της πλάνης και οι αιρετικοί πάντες που τους τσακίζει τα ντροπιασμένα πρόσωπα με την τρομερή της όψη και φοβερή κόψη της ρομφαίας που διαπέρασε την ψυχή της, την μάχαιρα που «ήλθε να βάλει» ο Υιός της διά της Θυσίας του Σταυρού. «Ανασταίνει», εγείρει πολλούς Νέους Αγίους και Μάρτυρες και πολλά Αγια Μοναστήρια. Ανασταίνει το δικό της ξέχωρο Πανάγιο Περιβόλι, το Αγιον Ορος. Πρωτότοκος των νεκρών ο Υιός της, δευτερότοκη αυτή, τριτότοκος ο Ιωάννης.

 Στην Υπέροχη Ακολουθία του Ακαθίστου Υμνου, στο Γράμμα «Ν» Νέαν έδειξε κτίσιν… διαβάζουμε περιχαρώς: «Χαίρε, αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα!» Δεν είναι τυχαίο ούτε φιλολογίας χάριν που ονομάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, «το Πάσχα του Καλοκαιριού!» Πράγματι, είναι πραγματικό Πάσχα, χαρά Θεού! Για αυτό και ο εξαίρετος Κανόνας του Ορθρου της Κοιμήσεως, παρουσιάζει καθαρά Αναστάσιμο Χαρακτήρα, πανόμοιο με τον Αναστάσιμο Κανόνα του Πάσχα, σε Πρώτο πάλι Αναστάσιμο Ηχο! «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», (την θεία δόξα της Αναστάσεως), «Νικητικά μεν βραβεία ήρω… Θεόν κυήσασα… μιμουμένη δε τον Ποιητήν και Υιόν (μίμηση διά τριημέρου Αναστάσεως)…. συν τω Υιώ εγείρη διαιωνίζουσα!» Το «συν» εδώ σημαίνει «όπως ακριβώς!»

 Εχει και ο Δεκαπενταύγουστος την δική του «Μεγάλη Εβδομάδα». Είναι η εβδομάδα της Μεγάλης Προπαρασκευής της Παναγίας για την Μεγάλη και Ενδοξη αναχώρησή της. Είναι η Εβδομάδα του Μικρού και Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα. Είναι η ιστορική της Ταφή στης Γεθσημανής το χωρίο. Είναι ο Θεομητορικός Επιτάφιος, τα θρηνητικά και συγκινητικότατα Εγκώμια της Παναγίας μας. Τον Δεκαπενταύγουστο δεν γιορτάζουμε Κοίμηση αλλά Ανάσταση, Ακοίμητη Κοίμηση με πάλι στον Αδη επανάσταση και μάλιστα αυτή τη φορά από γυναίκα! Το διασαφηνίζει πανηγυρικώς το Κοντάκιο: Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον…. τάφος καὶ νέκρωσις ούκ εκράτησεν!» Λόγια που θα νόμιζε κανείς λέγονται μόνο για τον Χριστό! «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι… παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετὰ τὸκον Παρθένος, και μετὰ θάνατον ζώσα!»

 Η Παναγία εισήλθε χαίρων εις την χαράν του Κυρίου και Υιού της. Θεοτόκος γάρ εκ του τάφου ανέτειλε. Ο άδης φησίν, επικράνθη, συναντήσας την Αγιωτέραν Γυναίκαν της Γης! Έλαβε σώμα και Θεοτόκω περιέτυχεν. Έλαβε Αγνήν Μητέραν και συνήντησεν Ουρανών Πλατυτέραν. Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Ενικήθης υπό Αγίας Γυναικός! Ανέστη Θεοτόκος και σύ καταβέβλησαι. Ανέστη Θεοτόκος και πεπτώκασι των αιρέσεων δαίμονες. Ανέστη Θεοτόκος και χαίρουσιν άγγελοι διά την Βασίλισσαν των Αρχαγγέλων. Ανέστη Θεοτόκος, και ζωή πολιτεύεται, ότι μετέστη προς την ζωήν, Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής.

 Θέλει αρετή και τόλμη η Ορθόδοξη Υμνολογία. Είχε τόλμη η Παναγία για αυτό και τολμήθηκε η παρούσα πραγματεία.

Η Θεοτόκος, όταν ήταν νέα κοπέλα, τόλμησε να πεί το ιστορικότατο: «Από τώρα και πέρα θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές του κόσμου!» Οταν κοιμήθηκε και αφού αναστήθηκε, κατά την ώρα της αναλήψεώς της (το διασώζει με Θεϊκή Επιστασία η Ιερή και Εκκλησιαστική μας Παράδοση) ενώ την κοίταζαν με δάκρυα οι διπλά πια ορφανεμένοι Μαθητές και εκλιπαρούσαν το «μη μας εγκαταλείπεις», Εκείνη, ενώ ανέβαινε «ον τρόπον ανελήφθη ο Υιός της» εις τους ουρανούς, Εκείνη πάλι τόλμησε να πει εκείνο το Θεαρχικότατο:

 «Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί, έως της Δευτέρας Παρουσίας του Υιού μου!!!»

Μοναχός Νικόδημος, Δεκαπενταύγουστος 2011