Δευτέρα 28 Μαΐου 2018

Το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου κατά τον Άγιο Νικόδημο


7d5e9-panagia60
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας διακοσμείται από προφήτες, αποστόλους, αγίους, οσιομάρτυρες, ασκητές, αναχωρητές και καυχάται όχι μόνο για αυτούς που ανήκουν ήδη στο νοητό στερέωμα της θριαμβεύουσας εκκλησίας αλλά και γιατί οι προαναφερθέντες χαρισματούχοι δεν έχουν εκλείψει από την στρατευόμενη εκκλησία. Αυτό άλλωστε είναι και το στοιχείο που τεκμηριώνει την Ορθόδοξη εκκλησία ως ζώσα και αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Ο σκοπός της εκκλησίας, όπως πολύ εύστοχα έχει εκφρασθεί, είναι να παράγει «άγια λείψανα». Μια εκκλησία που δεν οδηγεί στον αγιασμό και στην θέωση έχει χάσει τον προορισμό της. Βεβαίως τα ανωτέρω ισχύουν για όλους τους ανθρώπους που κοινωνούν με την αγιαστική ενέργεια του Θεού αλλά η δυνατότητα αυτή ήταν πάρα πολύ περιορισμένη πριν από την Σάρκωση του Θείου Λόγου, και ειδικότερα πριν από την Πεντηκοστή.
Κατά τον Αγ. Νικόδημο τον Αγιορείτη μόνο μία ύπαρξη στην ανθρώπινη ιστορία υπερέβη το πνευματικό υψόμετρο και αυτού του αγγελικού κόσμου. Όλα τα κτίσματα εκοινώνησαν «μόνο της του Θεού ενεργείας ενώ η Κυρία ημών Θεοτόκος εδέχθη εν εαυτή υποστατικώς το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αποβάσα κυρίως και αληθώς Θεοτόκος… που αποδεικνύει κατά την έννοιαν της προγνώσεως του Θεού ότι η Θεοτόκος ήτο όντως τέλος το σκοπιμώτατον και ύστατον». Όπως τονίζει ο Άγιος Νικόδημος το μεγαλείο της Παρθένου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το άρρητο μεγαλείο του χριστολογικού μυστηρίου, και η παρουσία της απειρόγαμου ήταν συνθήκη απαραίτητη της επί γης ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Αυτή η αλήθεια απορρίπτεται τόσο από τους προτεστάντες όσο και από άλλους αιρετικούς που αδυνατούν να εξέλθουν από τον ορθολογισμό τους. Αυτό βέβαια δεν είναι απόλυτο γιατί κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια τουλάχιστον στον Αμερικανικό χώρο έχει παρατηρηθεί η έξοδος χιλιάδων πιστών από τον προτεσταντικό χώρο και η είσοδός τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μεταξύ των οποίων επώνυμοι ιεροκήρυκες και πάστορες. Η πνευματική δίψα αυτών των αδελφών μας είναι όντως εκπληκτική. Ένας από τους αξιόλογους προσήλυτους στην πόλη Yakima της πολιτείας Washington ο ιερεύς Ιωσήφ Copeland μετέφερε περίπου όλο το ποίμνιό του (περίπου 250 άτομα) στην Ορθοδοξία. Πριν από μερικά χρόνια μας ανέθεσε κάποιο κατηχητικό έργο αποσκοπώντας στην καλύτερη κατανόηση του Θεομητορικού δόγματος από τα μέλη του εκκλησιάσματός του. Στο δύσκολο αυτό έργο το οποίο συνεχίζεται ετησίως, χρησιμοποιήσαμε κυρίως θέσεις του Αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου από τα έργα του «Εορτοδρόμιο» και «Κήπος Χαρίτων». Πάντως οφείλω ένα θερμό ευχαριστώ σε αυτούς τους αδελφούς μας και στον ποιμένα τους Π. Ιωσήφ γιατί μελετώντας τα κείμενα του Αγ. Νικόδημου και φυσικά άλλων πατέρων εμβαθύναμε σε ένα μικρό βαθμό στα «θαυμάσια» και στα «μεγαλεία» της πάναγνου Θεομήτορος.
Αυτή η προεργασία μάς έδωσε την ώθηση να ασχοληθούμε με τα κεντρικά σημεία της διδασκαλίας του Αγ. Νικόδημου περί της Υπεραγίας Θεοτόκου. Φυσικά η διδασκαλία του Αγ. Νικόδημου απηχεί την Αγιοπατερική διδαχή περί της Υπεράγιας Θεοτόκου που ταυτίζεται με την διδασκαλία της εκκλησίας. Ο θερμότατος έρως της ψυχής του Αγίου προς την Υπεραγία Θεοτόκον είναι εφάμιλλος προς την αγάπην και την βαθειά ευλάβεια την οποία αισθάνονταν όλοι οι Άγιοι Πατέρες προς το σεπτό πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου. Αυτό βέβαια αποτελεί μια απαραίτητη προϋπόθεση στο χώρο του αγιολογίου της Εκκλησίας: Άγιος ίσον θεοτοκόφιλος.
Η περί της Θεοτόκου θεολογία του Αγίου πατρός αποτελεί καρπό της βαθειάς ευλάβειας αγάπης και προσωπικής εμπειρίας του Αγίου, ο οποίος ζούσε και ευρίσκετο σε συνεχή αδολεσχία με το όνομά της. Σύμφωνα με προφορική παράδοση των σύγχρονών του μοναχών η Υπεραγία Θεοτόκος του εμφανιζόταν κατά τον καιρό που έγραφε γι αυτήν και του έλεγε: Σε ευλογώ, τέκνον μου Νικόδημε και σε ενισχύω να γράψεις. Στο πρώτο κεφάλαιο αυτής της εργασίας θα αναπτύξουμε τα κεντρικά σημεία του θεομητορικού δόγματος που συνοψίζεται με τους όρους θεοτόκος και αειπάρθενος. Στο δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο θα παρουσιάσουμε διαφορετικές πτυχές από τον πλούτο της διδασκαλίας του Αγ. Νικόδημου περί της αξίας, υπεροχής, και του μεγαλείου της Υπεραγίας Θεοτόκου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Η επί γης ζωή της Θεοτόκου Μαρίας



Η ΕΠΙ ΓΗΣ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ
Δαμασκηνός μοναχός Αγιορείτης
Η επί γης ζωή της Θεοτόκου Μαρίας
· Η Παναγία, συλλαμβάνεται, ως καρπός προσευχής, από τους αγίους Ιωακείμ και Άννα, τους γονείς της, υπέρ τους νόμους της φύσεως (διότι, η μητέρα της ήταν στείρα και γηραιά, όταν συνέλαβε).  Η Σύλληψις της Παναγίας εις την κοιλίαν της αγίας Άννης εορτάζεται την 9ην  Δεκεμβρίου.
· Η Παναγία γεννάται, εις τα Ιεροσόλυμα το έτος 16 π.Χ.  Το Γενέθλιον της Παναγίας εορτάζομε την 8ην Σεπτεμβρίου.
· Εις ηλικίαν τριών ετών, οι γονείς της την αφιερώνουν εις τον Θεόν, και την παραδίδουν εις τα χέρια του προφήτη Ζαχαρία, αρχιερέα, τότε, του ναού του Σολομώντος, και πατρός, μετέπειτα, του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος την εισάγει, θεία νεύσει, εις τα Άγια των Αγίων του ναού του Σολομώντος.  Η είσοδος της Παναγίας εις τα Άγια των Αγίων εορτάζεται την 21ην  Νοεμβρίου.
· Εκεί, η Παναγία, περέμεινε έγκλειστη δώδεκα χρόνια, έως ότου έγινε ηλικίας 15 ετών.  Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ετρέφετο, καθημερινώς με ουράνιο άρτο, δια χειρός του αρχαγγέλου Γαβριήλ, έζη υπέρ τους νόμους της φύσεως, και ήτο αφιερωμένη εις αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν.
·  Εις ηλικίαν 15 ετών, την εξάγει, θεία νεύσει, ο προφήτης Ζαχαρίας, από τον ναό του Σολομώντος, και την μνηστεύει, παραδίδοντάς την προς προστασίαν, με τον δίκαιο Ιωσήφ, του οποίου η νόμιμη σύζυγος είχε αποθάνει, και με την οποίαν είχε αποκτήσει υιούς και θυγατέρας.  Ο Ιωσήφ, παραλαμβάνει την Παναγία και την εγκαθιστά εις τον οίκον του εις την Ναζαρέτ.
· Εκεί, μετά 4 μήνες από την άφιξή της, και 6 μήνες από τη Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου εις την γηραλέα μήτρα της Ελισάβετ, λαμβάνει χώραν ο Ευαγγελισμός της, από τον αρχάγγελο Γαβριήλ (Λουκ., α’ 26-27).  Ο Ευαγγελισμός της Παναγίας εορτάζεται την 25ην Μαρτίου.
· Ταυτόχρονα, μετά την συγκατάθεσή της εις το μήνυμα του Αρχαγγέλου, λαμβάνει χώραν και η άσπορος και άφραστος Σύλληψις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εκ Πνεύματος Αγίου, εις την κοιλίαν της Παναγίας (Λουκ., α’ 38).
· Αμέσως μετά τον Ευαγγελισμό της, η Παναγία μεταβαίνει εις την πνευματική της μητέρα, την Ελισάβετ, την μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, η οποία εκατοικούσε εις την ορεινή περιοχή της Ιουδαίας, και παραμένει μαζί της τρεις μήνες, μέχρις ότου η Ελισάβετ γεννήση τον Τίμιο Πρόδρομο (τότε, η Ελισάβετ ήτο έγκυος 6 μηνών) (Λουκ., α’ 39 και 56).
· Όταν η Παναγία ήτο έγκυος 9 μηνών τον Χριστόν, μεταβαίνει, με τον μνήστορα Ιωσήφ, εις την Βηθλεέμ, για την απογραφή του πληθυσμού (Λουκ., β’ 3-4).
· Εκεί, εις την Βηθλεέμ, γεννά η Παναγία τον Χριστόν, μέσα εις την φάτνη, αφθόρως και χωρίς λοχείαν, υπέρ τους νόμους της φύσεως (Λουκ., β’ 7).  Η Γέννησις του Χριστού εορτάζεται την 25ην Δεκεμβρίου.  Εκεί, έρχονται και προσκυνούν τον Χριστόν οι ποιμένες των προβάτων (Λουκ., β’ 16).

Εγκώμιον εις την κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου



TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, που να αντηχή δυνατώτερα από ανθρώπινη φωνή και να συγκλονίζη τα πέρατα, απαιτεί ένας λόγος προς τιμήν της ιεράς αυτής ημέρας, αγαπητοί μου. γι’ αυτό και κινδυνεύει ν’ αποτύχη τώρα, καθώς ακούγεται προερχόμενος από το ασθενές φωνητικό μου όργανο. Η Κυρία όμως και Βασίλισσα του παντός, έτσι καθώς είναι αφιλόδοξη, θα δεχτή νομίζω κι αυτόν εδώ τον σύντομο και πενιχρό λόγο που της προσφέρουμε οι δούλοι της, όμοια με εκείνους τους διεξοδικούς και αστραφτερούς των σπουδαίων ομιλητών, με το να παρακινείται σε συμπάθεια από τις προσευχές αυτού που με προστάζει να ομιλήσω. επειδή ακριβώς και ένα μόνο πράγμα προσέχει η φιλάγαθη: την πρόθεσι.

Εμπρός λοιπόν, συνάξου ολόκληρη η οικουμένη, ιεράρχες και ιερείς, μοναχοί και κοσμικοί, βασιλείς και άρχοντες, άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, φυλές και γλώσσες, με όλο μαζί το έθνος και το πλήθος, και αφού αλλάξης τα φορέματα των αρετών σου, «ντυμένη» κι εσύ «στα κρόσσια τα χρυσά και στολισμένη»1, πρόβαλε με πρόσωπο φαιδρό και όλο χαρά γιόρτασε της Κυριοτόκου Μαρίας την εορτή, την επικήδεια συγχρόνως και διαβατήρια. διότι φεύγει από εδώ κάτω και πηγαίνει κοντά στα όρη τα αιώνια, το όρος όντως το Σιών, στο οποίο ευδόκησε ο Θεός να κατοική, όπως ψάλλει η λύρα του ψαλμωδού. Σήμερα λοιπόν ο επίγειος ουρανός περιβαλλόμενος την στολή της αφθαρσίας αποκτά νέα διαμονή, την καλύτερη και αιώνια. Σήμερα η νοητή και θεοφώτιστη σελήνη με το να συμβάλλη στον δίσκο του ηλίου της δικαιοσύνης εκλείπει μεν από την πρόσκαιρη τούτη ζωή, συγχρόνως όμως ανατέλλει και λάμπει με την τιμή της αθανασίας. Σήμερα η ολόχρυση και θεοκατασκεύαστη κιβωτός του αγιάσματος αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματα και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλήμ, για να αναπαυθή αιώνια. Και ο θεοπάτωρ Δαυίδ μας τα τραγουδάει αυτά με την κιθάρα του και αναφωνεί: «Θα προσαχθούν, λέει, παρθένοι», δηλ. ψυχές, «στον βασιλέα, ακολουθώντας πίσω από αυτήν θα προσαχθούν σε Σένα»2.

Τώρα λοιπόν, ενώ έκλεισε τους αισθητούς οφθαλμούς η Θεοτόκος, υψώνει για χάρι μας τους νοητούς, σαν λαμπρούς και μεγάλους φωστήρες που ποτέ ως τώρα δεν βασίλεψαν, για να αγρυπνούν και να εξιλεώνουν τον Θεό υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Τώρα, ενώ στα θεοκίνητα χείλη της εσίγησε ο έναρθρος λόγος, αείλαλο ανοίγει το πρεσβευτικό της στόμα υπέρ όλου του γένους. Τώρα, ενώ συνέστειλε τις σωματικές και θεοφόρες της παλάμες, τις υψώνει άφθαρτες προς τον Δεσπότη υπέρ ολόκληρης της οικουμένης. Τώρα, ενώ μας απέκρυψε τα ηλιοειδή και φυσικά χαρακτηριστικά της, ακτινοβολεί δια μέσου της σκιαγραφίας της εικόνας της και την παρέχει στον λαό προς ασπασμό ευεργετικό και σχετική προσκύνησι, είτε το θέλουν οι αιρετικοί είτε όχι. Ενώ λοιπόν πέταξε επάνω η πάναγνος περιστερά, δεν παύει να φυλάττη τα κάτω. Ενώ εξήλθε του σώματος, με το πνεύμα της είναι μαζί μας. Ενώ οδηγήθηκε στους ουρανούς, εξοστρακίζει από ανάμεσά μας τους δαίμονες μεσιτεύοντας προς τον Κύριο.

Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.



Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς.
Εν Πειραιεί τη 1η Απριλίου 2016.
Όπως είναι γνωστό, η Εκκλησία μας από αρχαιοτάτων χρόνων καθιέρωσε να ψάλλεται πανηγυρικά η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου, ή των Χαιρετισμών, που είναι αφιερωμένη στην Παναγία, κάθε χρόνο την πένθιμη και κατανυκτική περίοδο της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις Παρασκευές των πέντε εβδομάδων των νηστειών, τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές τμηματικά και την πέμπτη ολόκληρη. Στο πρώτο μέρος της ακολουθίας αυτής ψάλλεται πάντοτε ο λεγόμενος Κανόνας του Ακαθίστου. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και την βοήθεια καταξιωμένων διδασκάλων της πίστεώς μας, να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά τα τροπάρια της πρώτης Ωδής του εν λόγω Κανόνος. 
Κατ’ αρχήν να πούμε λίγα εισαγωγικά γύρω από τον εν λόγω Κανόνα.  Όπως είναι γνωστό, η εκκλησιαστική ποίηση ήδη από τον 8ο μ.Χ. αιώνα καθιέρωσε το είδος εκείνο της εκκλησιαστικής υμνογραφίας που λέγεται Κανόνας και που αποτελείται από εννέα ωδές. Η κάθε ωδή ξεκινάει με τον ειρμό, που ονομάζεται έτσι, επειδή είρει, δηλαδή συνδέει στον τρόπο της ψαλμωδίας και τα υπόλοιπα τροπάρια της ωδής. 
Ο ειρμός λοιπόν της πρώτης ωδής αναφέρει: «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται Πνεύματος και λόγον ερεύξομαι τη βασιλίδι Μητρί, και οφθήσομαι φαιδρώς πανηγυρίζων και άσω γηθόμενος ταύτης τα θαύματα». Δηλαδή θα ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίσει από το Πνεύμα του Θεού, και θα απευθύνω λόγο προς την βασίλισσα Μητέρα του Θεού, και θα με δουν να πανηγυρίζω με χαρά τα θαυμαστά μεγαλεία της. Ο υμνογράφος νιώθει βαθιά την ανάγκη να ανοίξει το στόμα του και να ψάλει, να υμνήσει την Παναγία. Επιθυμεί να εκφράσει την χαρά που αισθάνεται μέσα του με ύμνους. Η χαρά που αισθάνεται όμως δεν είναι απλοί ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Είναι η χαρά που πηγάζει από το Πνεύμα του Θεού, επειδή και η ψυχή του είναι γεμάτη με Πνεύμα άγιο. Έχει τον πόθο να τραγουδήσει στην μητέρα του ουρανού και της γης, μ’ εκείνους τους ύμνους με τους οποίους την υμνούν οι άγγελοι. Θέλει να τραγουδήσει με πολλή πνευματική ευφροσύνη τα αμέτρητα θαύματά της και τις ευεργεσίες της.

Η Θεοτοκολογία στην υμνολογία των Θεομητορικών εορτών Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη Καθηγητή Θεολογικής σχολης Α.Π.Θ.



Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη Καθηγητή Θεολογικής σχολης Α.Π.Θ.
 Η ΘΕΟΤΟΚΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
ΤΩΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΩΝ ΕΟΡΤΩΝ*

       Η αναφορά στο πρόσωπο της Θεοτόκου συναντάται στην όλη ζωή της Εκκλησίας, αλλά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο συναντάται στην εικονογραφία, την θεία λατρεία και την υμνογραφία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το πρόσωπο της Θεοτόκου δεν είναι αυτονομημένο, αλλά σχετίζεται πάντοτε άμεσα με τον Θεάνθρωπο Υιό της. Την αλήθεια αυτή βεβαιώνουν με τον δικό τους καλλιτεχνικό τρόπο οι τοιχογραφίες της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας των Ουρανών1. Με την καθιέρωση της εικονογραφήσεως της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας στο τετρατοσφαίριο της κόγχης του ιερού βήματος η Εκκλησία προβάλλει έντονα την δογματική σημασία, που έχει η εικόνα της Θεοτόκου. Αλλά και οι εικόνες της Αειπαρθένου Μαρίας με το θείο βρέφος2 στο τέμπλο -στην πιο τιμητική θέση, δίπλα και δεξιά στο Χριστό- αισθητοποιούν την παραπάνω σύνδεση, ενώ παράλληλα το όνομα «Θεοτόκος», με το οποίο επιγράφονται οι εικόνες της, «άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησι»3. Και στην θεία λατρεία, άλλωστε, είναι έντονα εμφανής η σύνδεση της Θεοτόκου με τον Χριστό. Αυτό βεβαιώνουν χαρακτηριστικά η ιδιαίτερη «μερίδα» της στην Προσκομιδή (από τον 12° αιώνα) κατά την Θεία Λειτουργία, όπως και η εξαιρετικά τιμητική μνεία της στην Αναφορά αμέσως μετά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος για τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων. Το πιστοποιούν ακόμη και όλοι οι ύμνοι, τους οποίους ψάλλει η Εκκλησία προς την Θεοτόκο κατά τις διάφορες Θείες Λειτουργίες4.
       Αλλά και γενικότερα από την όλη υμνογραφία της Εκκλησίας μας δεν λείπει ποτέ η αναφορά στην Θεοτόκο. Έτσι, μνεία της Θεοτόκου γίνεται στην ενάτη Ωδή και στα Θεοτοκία, τα οποία συνοδεύουν όλους τους ύμνους, που αναφέρονται στον Χριστό και τους αγίους. Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι δεν υπάρχει υμνογραφία σε δεσποτική εορτή ή σε εορταζόμενο άγιο, στην οποία να μη γίνεται οπωσδήποτε και αναφορά στην Θεοτόκο.   Όλες αυτές οι αναφορές πιστοποιούν με τον πιο εμφαντικό τρόπο τη σημασία που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία στο πρόσωπο της Θεοτόκου, το οποίο συνδέοντάς το άμεσα με τον Χριστό, το συνδέει κατ' επέκταση και έμμεσα με τη σωτηρία των ανθρώπων και του προσδίδει έτσι κατεξοχήν χριστολογικό και ταυτόχρονα σωτηριολογικό περιεχόμενο. Χριστολογία, λοιπόν, Σωτηριολογία και Θεοτοκολογία συνδέονται στενά σ' ολόκληρη την υμνογραφία που αναφέρεται στη μητέρα του Θεού. Αυτό μέσα στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας είναι πολύ φυσικό, αφού χαρακτηριστικό γνώρισμα της ορθόδοξης υμνογραφίας είναι το έντονα δογματικό περιεχόμενό της. Το δογματικό αυτό περιεχόμενο εκφράζουν με ιδιαίτερη έμφαση τα Απολυτίκια αλλά και όλοι οι ύμνοι των θεομητορικών εορτών.
       Η γέννηση της Θεοτόκου ήταν μήνυμα χαράς σε όλη την οικουμένη, γιατί από αυτήν θα γεννιόταν ο Χριστός, ο οποίος καταργώντας την προγονική κατάρα θα μας έδινε την δυνατότητα να μετέχουμε στην αιώνια ζωή5. Ζώντας οι πιστοί μέσα στη λατρεία τον λειτουργικό χρόνο -συμπυκνωμένο δηλαδή το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον- βλέπουν στα Εισόδια της Θεοτόκου την «προκήρυξη» της σωτηρίας των ανθρώπων6, ενώ στον Ευαγγελισμό της την φανέρωση του μυστηρίου της σωτηρίας, που συνοψίζεται στο ότι ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου, η οποία αποβαίνει κατά τον χαιρετισμό του αρχαγγέλου Γαβριήλ η «κεχαριτωμένη»7. Και αυτό εξαιτίας του πλούτου της Χάριτος που δέχτηκε με τον Ευαγγελισμό της, κατά την σύλληψη δηλαδή του Θεού Λόγου στη μήτρα της.

Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ...


ΤΗΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΑΝ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΙΜ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΑΝ ΑΣΥΓΚΡΙΤΩΣ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ,  ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΘΟΡΩΣ ΘΕΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΕΚΟΥΣΑΝ, ΤΗΝ ΟΝΤΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΝ ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΝΟΜΕΝ 
Ἐν Πειραιεῖ  14-8-2015
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό ἐξαίρετο ἑρμηνευτικό τῶν ἀσματικῶν κανόνων τῶν Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν βιβλίο του «Ἑορτοδρόμιον»[1], ἑρμηνεύει ἄριστα τόν προαναφερθέντα πασίγνωστο Θεομητορικό ὕμνο.
Λέει, λοιπόν, ὅτι ὁ ἐν ἁγίοις πατήρ ἡμῶν Κοσμᾶς ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ ὁ Μελωδός, θέλοντας νά ὑμνήσει τήν ἀσύγκριτη δόξα τῆς Θεομήτορος, καί μή μπορώντας νά τήν περιγράψει, ἐξαιτίας τοῦ θεομητροπρεποῦς ἁγιασμοῦ της καί τῶν ὑπερφυσικῶν καί παραδόξων χαρισμάτων, τά ὁποία ἐνυπάρχουν οὐσιώδη καί ἐσωτερικά στό παρθενικό πρόσωπό της, ἐπειδή ὑπερβαίνουν κάθε νοῦ καί λόγο, ἐξαιτίας τόσο τοῦ μεγέθους τους ὅσο καί τοῦ πλήθους τους, γι’αὐτό ἀναγκάζεται ἐδῶ νά παραλάβει ὄχι ἀπό τόν αἰσθητό, ἀλλά ἀπό τόν νοητό κόσμο, τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ, οἱ ὁποῖες εἶναι οἱ πρῶτες ταξιαρχίες, πού βρίσκονται γύρω ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ὥστε, μέσω τῆς συγκριτικῆς ἀσυγκρισίας τους ἤ τῆς ἀσύγκριτης συγκρίσεως, νά φανερώσει ἔστω καί λίγο τήν ἀπό ὑπερβολή σέ ὑπερβολή δόξα, κατά τόν Ἀπόστολο, καί τήν ὑπέρ λίαν τιμή τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεομήτορος.
Παρατηροῦμε ἐδῶ ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος χρησιμοποιεῖ τίς ἐκφράσεις «συγκριτική ἀσυγκρισία» καί «ἀσύγκριτη σύγκριση», ἐπειδή, σύμφωνα μέ τούς φιλολόγους, ἡ σύγκριση γίνεται πρός ὁμοφυῆ, ὁμοειδῆ καί ὁμοούσια πράγματα. Ἡ σύγκριση, πού γίνεται ἐπί τῶν ἑτεροφυῶν καί ἑτερουσίων πραγμάτων, θά ἦταν καλλίτερο νά λέγεται διάκριση καί ὄχι σύγκριση. Γι’αὐτό καί ἡ σύγκριση στό τροπάριο αὐτό εἶναι περισσότερο διάκριση.
Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τόν θεῖο Χρυσόστομο, δέν ὑπάρχει τίποτε σέ ὅλη τήν κτίση ἶσο ἤ ἀνώτερο ἀπό τήν Θεοτόκο. Γιατί, ἔτσι ρητορεύει ἡ καλή αὐτή γλῶσσα : «Δέν ὑπάρχει τίποτε στόν βίο, ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία˙ περίελθε, ὦ ἄνθρωπε, ὅλη τήν κτίση μέ τόν λογισμό σου καί δές, ἄν ὑπάρχει κάτι ἶσο ἤ μεγαλύτερο ἀπό τήν ἁγία Θεοτόκο Παρθένο˙ γύρισε ὅλη τήν γῆ˙ δές παντοῦ γύρω γύρω τήν θάλασσα˙  ἀσχολήσου πολύ μέ τόν ἀέρα˙ ἐρεύνησε μέ τή διάνοιά σου τούς οὐρανούς˙ ἐνθυμήσου ὅλες τίς ἀόρατες Δυνάμεις, καί δές, ἄν ὑπάρχει ἄλλο τέτοιο θαῦμα σέ ὅλη τήν κτίση»[2]. Λέει δέ καί ὁ Ἰωάννης Ζωναρᾶς : «Ἡ Θεοτόκος ὀνομάζονταν δεδοξασμένη, ἐπειδή ἦταν καταγώγιο (κέντρο) κάθε ἀρετῆς˙ γιατί δέν βρέθηκε καθαρώτερη ἀπ’αὐτή σ’ὅλες τίς γενεές ἀπ’αἰῶνος».
Ἀπευθύνοντας, λοιπόν, ὁ θεσπέσιος Μελωδός τόν λόγο πρός τήν Θεοτόκο λέγει : «Ἐσένα μεγαλύνουμε, πανάχραντε Θεοτόκε, ἡ ὁποία εἶσαι τιμιώτερη ὄχι συγκριτικῶς, ἀλλά ἀσυγκρίτως ἀπό τά γνωστικότατα καί σοφώτατα Χερουβίμ». Γιατί, σύμφωνα μέ τόν Ἀρεοπαγίτη ἅγιο Διονύσιο, ἡ λέξη «Χερουβίμ» ἑρμηνεύεται «πλῆθος γνώσεως»«χύση σοφίας». Πρέπει κι ἐδῶ νά ἐννοηθεῖ τό ἐπίρρημα «ἀσυγκρίτως», ὥστε νά ἀποδίδεται ὄχι μόνο πρός τά Σεραφίμ, ἀλλά καί πρός τά Χερουβίμ. Παρομοίως, συνεχίζει ὁ Μελωδός : «Εἶσαι (πανάχραντε Θεοτόκε) καί ἐνδοξότερη ὄχι συγκριτικῶς, ἀλλά ἀσυγκρίτως ἀπό τά Σεραφίμ». Γι’αὐτό, ἔτσι πρέπει νά ἐννοεῖται ὁ ὕμνος : «Τήν τιμιωτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Χερουβίμ, καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Διονύσιο, ἡ λέξη «Σεραφίμ» θά πεῖ «ἐμπρηστές»«θερμαίνοντες».
Δύο πράγματα εἶναι ἄξια σημειώσεως στό σημεῖο αὐτό, λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος. Πρῶτον, ὅτι, ἀναφέροντας ὁ Ἱερός Κοσμᾶς τά δύο ὑπέρτατα τάγματα ἀπό τήν πρώτη Ἱεραρχία τῶν Ἀγγέλων, δηλ. τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ, καί λέγοντας ὅτι ἡ Θεοτόκος εἶναι τιμιώτερη ἀσυγκρίτως καί ἐνδοξότερη ἀπ’αὐτά, τήν ἀπέδειξε τιμιώτερη καί ἐνδοξότερη καί ἀπ’ὅλα τά ἄλλα κατώτερα τάγματα. Γιατί, αὐτή, πού εἶναι ὑπέρτερη ἀπ’τά μεγαλύτερα, πολύ περισσότερο εἶναι ὑπέρτερη ἀπ’τά μικρότερα. Δεύτερον, ὅτι ὁ Μελωδός τεχνηέντως δέν ἀνέφερε τούς Θρόνους, πού εἶναι ὑψηλότεροι ἀπό τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ στήν πρώτη Ἱεραρχία, γιά νά μᾶς δώσει νά καταλάβουμε ὅτι Θρόνος ἔμψυχος τοῦ Παμβασιλέως Θεοῦ εἶναι ἡ Θεοτόκος, ἡ ὁποία χώρεσε στήν μήτρα της αὐτόν, πού δέν χωροῦσε σέ τίποτα, καί τόν βάσταξε ὡς θρόνος, γιά τόν ὁποῖο ὁ προφήτης Ἡσαΐας εἶπε ὅτι εἶδε τόν Κύριο νά κάθεται πάνω σέ θρόνο ὑψηλό καί ἐπηρμένο καί ὅτι γύρω ἀπ’αὐτόν στέκονταν τά Σεραφίμ.

ΠΟΣΟ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ ΑΓΑΠΑ ΟΛΟΥΣ...


 Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ώ, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.
Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις.
Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι ἡ αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψη Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι᾽αυτό δεν μπορούμε να εννοήσωμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλά αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;
Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβωμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως ἡ αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.
Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ᾽ εμάς τα παιδιά Σου, πώς αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πώς χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πώς αντίκρυζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πώς σκαφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;
Πες μας, τι ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιαν αγωνία έζησες, όταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;
Πες μας, ποιά χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση ή πώς σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;
Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη· αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσεις όλα αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριο Σου με σιγή.
Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν᾽ ανταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.
Τι ν᾽ανταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ᾽επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά τό Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Της και τό πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματος Της γλυκαίνει την καρδιά μου.
Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.
Μια άλλη φορά άκουγα στην εκκλησιά την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε» (Ἡσ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ώ του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι τό Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητα Της.
Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Της δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ᾽ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από τό Ευαγγέλιο· όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε που είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46).