Δευτέρα 28 Μαΐου 2018
Παναγία - Ἡ Χαρά τῶν Χριστιανῶν, Φώτης Κόντογλου
Παναγία - Ἡ Χαρά τῶν Χριστιανῶν
κυρ- Φώτης Κόντογλου
Ἡ Παναγία εἶναι τό πνευματικό στόλισμα τῆς ὀρθοδοξίας. Γιά μᾶς τούς Ἕλληνες εἶναι ἡ πονεμένη μητέρα, ἡ παρηγορήτρια κ' ἡ προστάτρια, πού μᾶς παραστέκεται σέ κάθε περίσταση.
Σέ κάθε μέρος τῆς Ἑλλάδας εἶναι χτισμένες ἀμέτρητες ἐκκλησιές καί μοναστήρια, παλάτια αὐτηνῆς τῆς ταπεινῆς βασίλισσας, κι' ἕνα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στά βουνά, στούς κάμπους καί στά νησιά, μοσκοβολημένα ἀπό τήν παρθενική καί πνευματική εὐωδία της.
Μέσα στό καθένα ἀπό αὐτά βρίσκεται τό παληό καί σεβάσμιο εἰκόνισμά της μέ τό μελαχροινό καί χρυσοκέρινο πρόσωπό της, πού τό βρέχουνε ὁλοένα τά δάκρυα τοῦ βασανισμένου λαοῦ μας, γιατί δέν ἔχουμε ἄλλη νά μᾶς βοηθήσει, παρεκτός ἀπό τήν Παναγία, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν ἀεί μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι ὑπό πταισμάτων πολλῶν».
Τό κάλλος τῆς Παναγίας δέν εἶναι κάλλος σαρκικό, ἀλλά πνευματικό, γιατί ἐκεῖ πού ὑπάρχει ὁ πόνος κ' ἡ ἁγιότητα, ὑπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό.
Τό σαρκικό κάλλος φέρνει τή σαρκική ἔξαψη, ἐνῶ τό πνευματικό κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμό κι ἁγνή ἀγάπη. Αὐτό τό κάλλος ἔχει ἡ Παναγία. Κι' αὐτό τό κάλλος εἶναι ἀποτυπωμένο στά ἑλληνικά εἰκονίσματά της πού τά κάνανε ἄνθρωποι εὐσεβεῖς ὁπού νηστεύανε καί ψέλνανε καί βρισκόντανε σέ συντριβή καρδίας καί σέ πνευματική καθαρότητα....
Στήν ὄψη τῆς Παναγίας ἔχει τυπωθεῖ αὐτό τό μυστικό κάλλος πού τραβᾶ σάν μαγνήτης τίς εὐσεβεῖς ψυχές καί τίς ἡσυχάζει καί τίς παρηγορᾶ. Κι' αὐτή ἡ πνευματική εὐωδία εἶναι τό λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος (1) πού μᾶς χαρίζει ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ἕνα βότανο ἄγνωστο στούς ἀνθρώπους πού δέν πήγανε κοντά σ' αὐτόν τόν καλόν ποιμένα.
Παναγία: Ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ
Χωρεπισκόπου Ἀμαθοῦντος Νικολάου
Δέν ὑπάρχει ἄλλο πρόσωπο μέσα στόν χῶρο
τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά ἔχει ὑμνηθεῖ τόσο καί νά ἔχει ἐκφραστεῖ τό
μεγαλεῖο, ἡ ἁγιότητα καί ἡ ζωή του ἀπό τούς πατέρες τῆς ἐκκλησίας μας,
ὅσο αὐτό τῆς Παναγίας μας.
Ἡ Παναγία, ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ μέ
τήν ταπείνωσή της, τή σωματική καί ψυχική καθαρότητά της καί τήν ὑπακοή
της στό θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνεται ἡ Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν καί ἡ Χώρα τοῦ
Ἀχωρήτου, ὅπως τήν ἁγιογραφοῦμε στήν ἁψίδα τοῦ ἱεροῦ βήματος, ὅπου
χώρεσε μέσα της τόν ἀχώρητο καί παντοκράτορα Θεό. Ἡ Παναγία μας ἔγινε
συνεργός τοῦ Θεοῦ εἰς τό ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. Δέν ἔφερε στόν
κόσμο ἕνα μεγάλο ἄνδρα, πού μέ τίς φιλοσοφίες καί τίς ἰδεολογίες του
ἀγωνίστηκε γιά κοινωνική δικαιοσύνη καί ἀγάπη, ὅπως κάποιοι θεωροῦν τόν
Χριστό, ἀλλά ἔφερε στόν κόσμο τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ τόν λόγο
του, προπάντων ὅμως μέ τό πάθος, τόν σταυρό καί τήν ἀνάστασή του ἔσωσε
τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο.
Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ γυναίκα ἡ ὁποία,
φέρνοντας στόν κόσμο τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ ἐξύψωσε τό γυναικεῖο φύλο καί ἡ
γυναίκα ἀναγνωρίζεται πλέον ὡς ἰσότιμη μέ τόν ἄνδρα, παραμερίζοντας
ὁποιεσδήποτε ὑποτιμητικές, ἀκόμη καί ἐξευτελιστικές ἀντιμετωπίσεις πρός
τό πρόσωπο τῆς γυναίκας. Ἡ γυναίκα ἀπό σκεῦος ἡδονῆς, ὑποταγῆς καί
δουλείας, στό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου παίρνει τήν ἁρμόζουσα τιμή,
ἀναγνωριζόμενη ὡς πρόσωπο, κατ’ εἴκονα Θεοῦ δημιουργημένη, ὅπως ὁ
ἄνδρας, καί ἔτσι καί αὐτή ἔχει τό δικαίωμα καί τή δυνατότητα νά ζήσει μέ
ἀξιοπρέπεια καί ἐλευθερία ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας στή νέα ἐν Χριστῷ ζωή.
Ἡ Παναγία, ὡς μήτηρ Θεοῦ, ὅπως
ἀπαραίτητα σημειώνουμε σέ κάθε ἁγία της εἰκόνα μέ τά ἀρχικά «ΜΗΡ-ΘΥ», μέ
τήν κοίμησή της δέν ἐγκατέλειψε τόν κόσμο, (σύμφωνα μέ τήν ὑμνολογία
τῆς Ἐκκλησίας μας) ἀλλά παριστάμενη στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ μεσιτεύει καί
δέεται ἐκτενῶς (συνεχῶς) πρός τόν Υἱό της γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ Παναγία μας εἶναι ἡ καταφυγή, ἡ
παραμυθία, ἡ ἐλπίδα, τό στήριγμα καί ἡ βοήθεια τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Στίς
δυσκολίες καί στά προβλήματά μας τήν καλοῦμε ἀμέσως σέ βοήθεια καί αὐτή,
ὡς Γοργοεπήκοος, σπεύδει νά προσφέρει τή μητρική ἀγάπη καί βοήθειά της.
Αναδημοσίευση από: http://isagiastriados.com
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
«Tην υψηλοτέραν των ουρανών και καθαρωτέραν λαμπηδόνων ηλιακών, την λυτρωσαμένην ημάς εκ της κατάρας, την Δέσποιναν του κόσμου ύμνοις τιμήσωμεν»
undefinedAΠOΨΕ η ομιλία θα είναι δογματική· θα μιλήσουμε πάνω σε ένα δόγμα της πίστεως.
Tι θα πει δόγμα; Δόγμα είναι αυτό που διδάσκει η Eκκλησία μας και πρέπει να το πιστεύουμε και να το παραδεχώμεθα ως απόλυτη αλήθεια. Tί διδάσκει η Eκκλησία μας; Πολλά πράγματα. Διδάσκει ―καί ο Xριστιανός πρέπει να ξέρει― τί είναι ο κόσμος, τί είναι ο άνθρωπος, τί είναι το σώμα και τί η ψυχή, τί είναι άγγελοι και αρχάγγελοι, τί είναι αγία Tριάς, τί είναι Θεός Πατήρ, τί είναι Yιός, τί είναι Πνεύμα άγιο, τί είναι παράδεισος και τί κόλασις, τί είναι Eκκλησία, τί είναι τα μυστήρια, τί είναι η βάπτισης, ο γάμος, η θεία ευχαριστία κ.τ.λ.. Όλα αυτά είναι μαθήματα, που πρέπει να τα ξέρει.
Δυστυχώς υπάρχει μεγάλη άγνοια. Oι Xριστιανοί ούτε το αλφαβητάριο της πίστεως δεν ξέρουνε. Kαι όχι μόνο οι αγράμματοι αλλά και αυτοί οι τάχα επιστήμονες. Ξέρουν πολλά άλλα πράγματα, αλλά από τή θρησκεία μας έχουν μεσάνυχτα. Kαι πως να ξέρουν, όταν στcν εκκλησία δεν πατάνε παρά μόνο Xριστούγεννα και Πάσχα;
Aς δούμε λοιπόν τώρα, τί διδάσκει η Oρθοδοξία μας για το πρόσωπο της Παναγίας. Έχει δε μεγάλη σημασία το δόγμα περί της Θεοτόκου, διότι συνδέεται αμέσως με το πρόσωπο του Kυρίου ημών Ιησού Xριστού.
Η αναμαρτησία της Παναγίας Γέροντας Εφραίμ, Καθηγούμενος Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου
«Ως έμψυχω Θεού κιβωτώ, ψαυέτω μηδαμώς
χειρ αμύητων», ψάλλουμε στην ενάτη ωδή πολλών Θεομητορικών εορτών.
Πράγματι το μυστήριο περί του προσώπου και της ζωής της Θεοτόκου
αποτελεί βιβλίο «κατεσφραγισμένον σφραγίσιν επτά»1 για τους αμύητους,
τους μη έχοντας την αποκάλυψη, την θεία Χάρη. Μυστήριο αληθινό και
τολμηρό, θείο και ανθρώπινο· ανέγγικτο από τον χοϊκό άνθρωπο. Πώς μπορεί
κάποιος να νοήσει τα υψηλότερα, τα περί της Θεοτόκου, αφού δεν έχει
πείρα ούτε των κατωτέρων; Πώς μπορεί ο άνθρωπος που δεν έχει καθαρισθεί
από τα πάθη να ομιλεί με αυθεντία περί θεώσεως;

Στα ευαγγέλια αποσιωπάται η ζωή της
Παναγίας Παρθένου και μόνο λίγα μας αποκαλύπτονται. Πολλά όμως άλλα,
όπως και την σημασία και έννοια των ευαγγελικών αναφορών, τα διδάσκει το
Άγιο Πνεύμα με την Παράδοση της Εκκλησίας μας· τα αποκαλύπτει πολλές
φορές η ίδια η Θεοτόκος στους πιστούς δούλους Της, στους Πατέρες της
Εκκλησίας.
Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας,
αλλά και να ζητήσω τις προσευχές σας, για να προχωρήσουμε με την Χάρη
του Θεού στην ανάπτυξη του τόσο λεπτού και σημαντικού αυτού θέματος, πού
άπτεται του προσώπου της Παναγίας μας, άλλα έχει σχέση και με την δική
μας πνευματική ζωή.
Εξαρχής η Εκκλησία δεν επιχείρησε να
διατυπώσει ιδιαίτερα δόγματα για την Παναγία. Δόγματα διατύπωσε μόνο για
τον Τριαδικό Θεό (Τριαδικό δόγμα) και τον ενανθρωπήσαντα Λόγο
(Χριστολογικό δόγμα). Η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για την
Παναγία διατυπώθηκε βαθμηδόν σε άμεση σχέση με την Χριστολογία. Μόνο η
Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατύπωσε ιδιαίτερα δόγματα για την Παναγία
(ασπόρου συλλήψεως, ενσωμάτου μεταστάσεως). Έτσι ο Μέγας Βασίλειος μέσα
στην προοπτική της αρχαίας Πατερικής Παραδόσεως, απευθυνόμενος προς
αυτούς πού αμφισβητούσαν την μετά τόκον παρθενία της Θεοτόκου,
μετατόπιζε την σπουδαιότητα του θέματος στην παρθενική Γέννηση του
Χριστού, και έλεγε ότι η παρθενία ήταν αναγκαία ως την ενανθρώπηση, για
το ύστερα ας μην είμαστε περίεργοι λόγω του μυστηρίου πού περικλείεται2.
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας πού η
διδασκαλία του για τον όρο «Θεοτόκος» θεμελιώθηκε από την Γ΄ Οικουμενική
Σύνοδο3 και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποτελούν δύο βασικούς
σταθμούς στην ανάπτυξη της δογματικής διδασκαλίας για την Παναγία.
Γενικά μπορούμε να πούμε ότι από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο και ύστερα η
αφομοίωση της δογματικής διδασκαλίας για την Θεοτόκο ήταν πολύ αργή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο
αιώνα, πού χαρακτηρίστηκε ως αιώνας του χριστιανικού ανθρωπισμού για το
Βυζάντιο, σε αντίθεση με τους προγενεστέρους Πατέρες ήταν ίσως ό πρώτος,
πού τόνισε την ανθρωπολογική σπουδαιότητα του προσώπου της Θεοτόκου,
χωρίς βέβαια να αγνοεί την Χριστολογική σπουδαιότητα της ή να παύει να
την προϋποθέτει. Μίλησε εκτενώς για το πρόσωπο και την ασκητική ζωή της
Παρθένου! Την παρουσίασε ως ησυχάστρια μέσα στα Άγια των Αγίων και την
πρόβαλε ως πρότυπο πνευματικής τελειώσεως4. Αυτός απέδειξε ότι πρώτη η
Παναγία είδε τον αναστάντα Χριστό. Κατά τον άγιο Γρηγόριο αύτη ήταν η
μόνη «κυρίως φερωνύμως παρθένος»· είχε αποκτήσει την τελεία αγνεία, ήταν
παρθένος στο σώμα και την ψυχή και δεν μπορούσε να αγγίξει κάποιος
μολυσμός ούτε τις αισθήσεις του σώματος της ούτε τις δυνάμεις της ψυχής
της5.
Το μεγαλείο της Παναγίας
Αποσπάσματα από τον «Λόγον εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου» του αγίου Νικολάου Καβάσιλα

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 14ου
αιώνα. Υπήρξε σύγχρονος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Θεωρείται ως
ένας από τους κορυφαίους θεολόγους και φιλοσόφους του Βυζαντίου. Έζησε
στην Κωνσταντινούπολη, ακολουθώντας τις ησυχαστικές διδασκαλίες του
Παλαμά. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι εκάρη και Μοναχός. Έλαβε μέρος
σε πολλές διπλωματικές αποστολές του Βυζαντίου προς άλλες χώρες.
Συνέγραψε πολλά συγγράμματα, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως «κόσμος», δηλαδή κόσμημα, στολίδι για την Εκκλησία του Χριστού. «Είναι από τα καλύτερα προϊόντα της θρησκευτικής γραμματείας γενικώς. Διακρίνονται για τη χάρη, τη ζωντάνια, την πειθώ, τη δύναμη, προ πάντων δε για τη γνησιότητα του θρησκευτικού φρονήματος, το οποίο προβάλλουν, τη θέρμη και το βάθος της πίστεως» (Παναγ. Χρήστου).
Το πρώτο από τα πνευματικά συγγράμματά του είναι η «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας». Ακολουθεί το έργο του «Περί της εν Χριστώ ζωής». Έγραψε επίσης και φιλοσοφικά και πολιτικοκοινωνικά κείμενα, καθώς και αντιλατινικά κείμενα υπέρ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Συνέγραψε τέλος και θαυμάσιους πανηγυρικούς λόγους σε Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο «Λόγος εις τον Ευαγγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας». Σ’ αυτόν εκθειάζει τα πνευματικά κάλλη της Παναγίας, μιλώντας με θαυμασμό για τις αρετές της. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Συνέγραψε πολλά συγγράμματα, τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί ως «κόσμος», δηλαδή κόσμημα, στολίδι για την Εκκλησία του Χριστού. «Είναι από τα καλύτερα προϊόντα της θρησκευτικής γραμματείας γενικώς. Διακρίνονται για τη χάρη, τη ζωντάνια, την πειθώ, τη δύναμη, προ πάντων δε για τη γνησιότητα του θρησκευτικού φρονήματος, το οποίο προβάλλουν, τη θέρμη και το βάθος της πίστεως» (Παναγ. Χρήστου).
Το πρώτο από τα πνευματικά συγγράμματά του είναι η «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας». Ακολουθεί το έργο του «Περί της εν Χριστώ ζωής». Έγραψε επίσης και φιλοσοφικά και πολιτικοκοινωνικά κείμενα, καθώς και αντιλατινικά κείμενα υπέρ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Συνέγραψε τέλος και θαυμάσιους πανηγυρικούς λόγους σε Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο «Λόγος εις τον Ευαγγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας». Σ’ αυτόν εκθειάζει τα πνευματικά κάλλη της Παναγίας, μιλώντας με θαυμασμό για τις αρετές της. Παραθέτουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Η Θεοτόκος

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων
Θα
μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική, πιο ανθρώπινη προσέγγιση του
θέματος, παρ' όλο που βρισκόμαστε σ' ένα αυστηρά επιστημονικό συνέδριο.
Έχω ιδιαίτερους λόγους να το κάνω. Ο σημαντικότερος απ' αυτούς είναι η
ίδια η επαφή με τους νηπτικούς πατέρες, με τα συγγράμματά τους, που μου
υπαγόρευσε κατά κάποιο τρόπο αυτό το προσωπικό τόνο στην διαπραγμάτευση
του θέματος.
Γι' αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκίνηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φορά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, όπου βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.
Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευκαιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικογενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς. Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ' αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλλα απ' εκείνα των νηπτικών πατέρων.
Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.
Σ' αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο εκείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα αποτελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγάζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θεού, στη Βασιλεία των ουρανών.
Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε- έχει δώδεκα τόμους. Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγχρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλειστή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδεικτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μεταφράσω στην ρουμανική γλώσσα.
Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωριστό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολογική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδηγούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρόσωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπικής αγαπητικής σχέσης μ' αυτούς. Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ' όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι' αυτό κάθε αναφορά σ' Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδοξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.
Γι' αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκίνηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φορά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, όπου βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.
Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευκαιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικογενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς. Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ' αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλλα απ' εκείνα των νηπτικών πατέρων.
Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.
Σ' αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο εκείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα αποτελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγάζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θεού, στη Βασιλεία των ουρανών.
Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε- έχει δώδεκα τόμους. Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγχρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλειστή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδεικτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μεταφράσω στην ρουμανική γλώσσα.
Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωριστό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολογική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδηγούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρόσωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπικής αγαπητικής σχέσης μ' αυτούς. Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ' όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι' αυτό κάθε αναφορά σ' Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδοξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

