Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Η Αγιότητα και η αναμαρτησία της Θεοτόκου Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης



Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
 Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΝΑΜΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ*
Μας αξιώνει, ο Θεός και εφέτος να ακούσουμε τον θαυμάσιον αυτόν ύμνον που ονομάστηκε "Ακάθιστος Ύμνος", το υπέροχο αυτό φιλολογικό και λογοτεχνικό δημιούργημα, στου οποίου την δομή και τη σύνθεση αναφερθήκαμε τα προηγούμενα χρόνια. Είναι ένα έξοχο λογοτεχνικό κατασκεύασμα, το οποίο θαυμάζουν όλοι οι ειδικοί. Η Εκκλησία μας με πολλή σοφία και σύνεση έθεσε αυτήν την ακολουθία μέσα στην Αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή, ώστε μαζί με τις κατανυκτικές λειτουργίες των Προηγιασμένων, τα μεγάλα απόδειπνα κ.ά. να υπάρχει και αυτή η ανοιξιάτικη νότα. Αυτή η χαρούμενη νότα με τα πολλά χαίρε, για να γεμίσει τις καρδιές μας από χαρά, σαν ένα προανάκρουσμα της Αναστάσεως.
Δεν πρόκειται εφέτος κατά την διάρκεια των πέντε Παρασκευών να αναφερθούμε στο περιεχόμενο αυτού του Ύμνου και να αναλύσουμε τις βασικές γραμμές και κατευθύνσεις του, όπως κάναμε σε προηγούμενα χρόνια, ούτε επίσης πρόκειται να αναφερθούμε στον θαυμάσιο κανόνα του υμνογράφου Ιωσήφ, τα θαυμάσια τροπάρια του οποίου πέρυσι αναλύσαμε.
Εφέτος θα εκμεταλλευθώ αυτήν την ευκαιρία, την αφιερωμένη στην Παναγία μας, των πέντε Παρασκευών, και πολύ σύντομα, σε δεκάλεπτα περίπου κηρύγματα, θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω, ποια είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας μας για την Υπεραγία Θεοτόκο, τί πιστεύει η Εκκλησία μας, και ποια είναι η απάντηση σε ορισμένες άλλες διδασκαλίες και παρεκκλίσεις, οι οποίες παρερμηνεύουν την παράδοση και την πίστη της Εκκλησίας. Ένα από τα βασικά θέματα το οποίο η Εκκλησία μας προβάλλει για το σεπτό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι ότι χαρακτηρίζεται ως Παναγία. Χαίρε Αγία, Αγίων μείζων. Είναι κατά πάντα Αγία, σε όλα είναι Αγία. δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτόν στη ζωή της, στις σκέψεις της, στις επιθυμίες της, στις πράξεις της, στις θελήσεις της, στα έργα της, στις κινήσεις και στην εμφάνισή της, στο παρουσιαστικό της, όλα είναι άγια και όλα είναι αγνά, "'Αγνείας θησαύρισμα", καθ' όλα Αγία, Παναγία.
 
1. Φυσική η γέννηση της Θεοτόκου
Πού όμως οφείλεται αυτή η αγιότης της Πα­ναγίας μας; Μπορούμε άραγε εμείς οι θνητοί άνθρωποι, οι απλοί πιστοί να αποκτήσουμε αυτήν την αγιότητα; Κι αν δεν γίνουμε και εμείς πανάγιοι, κι' αν δεν γίνουμε παναγίες, μπορούμε τουλάχιστον να γίνουμε άγιοι ή να ακολουθήσουμε ένα δρόμο που οδηγεί προς την αγιότητα; Τί το εξαιρετικό είχε η Παναγία και κατόρθωσε και απέκτησε αυτήν την αγιότητα; Η Παναγία ως γνωστόν ήταν ένας άνθρωπος καθ' όλα όμοιος προς εμάς, γεννήθηκε από ένα γεροντικό άγιο ζευγάρι, τον Ιωακείμ και την Άννα ως καρπός προσευχής. Σε μεγάλη ηλικία, ώριμοι, άτεκνοι παρακάλεσαν τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Κάποια φορά μάλιστα λέγει η παράδοση ότι ο Ιωακείμ εξεδιώχθη από τους ιερείς μέσα από τον Ναό του Σολομώντος, διότι πήγε να προσφέρει δώρα. Επειδή στην Παλαιά Διαθήκη η ατεκνία εθεωρείτο όνειδος, όποιος δεν είχε παιδιά εθεωρείτο ατιμασμένος, πως δεν ήταν ευλογημένος από τον Θεό - δεν ισχύει αυτό για την Καινή Διαθήκη, ανατράπηκε αυτό, σημασία έχουν οι πράξεις, όχι τα παιδιά - επειδή λοιπόν έτσι επιστεύετο, ότι όποιος δεν έχει παιδιά δεν είναι ευλογημένος από τον Θεό, έδιωξαν οι ιερείς τον γέροντα Ιωακείμ από τον ναό, και εκείνος με δάκρυα στα μάτια, πήγε στην έρημο επί 40 ημέρες και παρακαλούσε θερμά το Θεό εν προσευχή και νηστεία να του δώσει παιδί. Το ίδιο έκαμε και η μητέρα της Παναγίας, η Άννα, στο σπίτι της. Και ο Θεός άκουσε τις προσευχές τους και τους χάρισε όχι απλώς ένα παιδί σαν όλα τα άλλα· τους χάρισε εκείνο το παιδί από το οποίο επρόκειτο να λυτρωθεί ο κόσμος, να γεννηθεί ο λυτρωτής του κόσμου. Δεν υπάρχουν άλλοι γονείς οι οποίοι να έχουν αυτό το προνόμιο που είχαν οι άγιοι Ιωακείμ και η Άννα, να γεννήσουν μια κόρη, να αποκτήσουν ένα παιδί από το οποίο επρόκειτο να γεννηθεί ο Θεός.
Ήταν λοιπόν καρπός προσευχής η γέννηση της Παναγίας μας. Κατά τα άλλα όμως η Παναγία ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος σαν όλους εμάς. Και κάνω αυτή την επισήμανση ότι η Παναγία προήλθε από συζυγία φυσιολογική δύο ανθρώπων, του Ιωακείμ και της Άννας, από μία εμπαθή θα έλεγα γέννηση, αφού στην συνάντηση ανδρός και γυναικός, όσο άγιοι και αν είναι οι άνθρωποι, υπάρχει η επιθυμία, υπάρχει η ηδονή, και υπάρχει πάθος· «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου» λέγει ο ψαλμός. Η Παναγία λοιπόν γεννήθηκε από αυτήν την συνηθισμένη ανθρώπινη συνάντηση, από την συνηθισμένη συζυγία του Ιωακείμ και της Άννας, δεν είχε τίποτε διαφορετικό από όλους τους άλλους ανθρώπους. Το τονίζουμε αυτό, διότι τον περασμένο αιώνα ο πάπας διετύπωσε ένα δόγμα αντιπαραδοσιακό, εναντίον αυτών που διδάσκει η Αγία Γραφή και η Παράδοση της Εκκλησίας μας, το δόγμα της «ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου»

Λόγος στην Κοίμηση της ΘεοτόκουΑγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας





Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.
Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.
Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Η επί γης ζωή της Θεοτόκου Μαρίας



Η ΕΠΙ ΓΗΣ ΖΩΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΛΟΓΟΥ
Δαμασκηνός μοναχός Αγιορείτης
Η επί γης ζωή της Θεοτόκου Μαρίας
· Η Παναγία, συλλαμβάνεται, ως καρπός προσευχής, από τους αγίους Ιωακείμ και Άννα, τους γονείς της, υπέρ τους νόμους της φύσεως (διότι, η μητέρα της ήταν στείρα και γηραιά, όταν συνέλαβε).  Η Σύλληψις της Παναγίας εις την κοιλίαν της αγίας Άννης εορτάζεται την 9ην  Δεκεμβρίου.
· Η Παναγία γεννάται, εις τα Ιεροσόλυμα το έτος 16 π.Χ.  Το Γενέθλιον της Παναγίας εορτάζομε την 8ην Σεπτεμβρίου.
· Εις ηλικίαν τριών ετών, οι γονείς της την αφιερώνουν εις τον Θεόν, και την παραδίδουν εις τα χέρια του προφήτη Ζαχαρία, αρχιερέα, τότε, του ναού του Σολομώντος, και πατρός, μετέπειτα, του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος την εισάγει, θεία νεύσει, εις τα Άγια των Αγίων του ναού του Σολομώντος.  Η είσοδος της Παναγίας εις τα Άγια των Αγίων εορτάζεται την 21ην  Νοεμβρίου.
· Εκεί, η Παναγία, περέμεινε έγκλειστη δώδεκα χρόνια, έως ότου έγινε ηλικίας 15 ετών.  Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, ετρέφετο, καθημερινώς με ουράνιο άρτο, δια χειρός του αρχαγγέλου Γαβριήλ, έζη υπέρ τους νόμους της φύσεως, και ήτο αφιερωμένη εις αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν.
·  Εις ηλικίαν 15 ετών, την εξάγει, θεία νεύσει, ο προφήτης Ζαχαρίας, από τον ναό του Σολομώντος, και την μνηστεύει, παραδίδοντάς την προς προστασίαν, με τον δίκαιο Ιωσήφ, του οποίου η νόμιμη σύζυγος είχε αποθάνει, και με την οποίαν είχε αποκτήσει υιούς και θυγατέρας.  Ο Ιωσήφ, παραλαμβάνει την Παναγία και την εγκαθιστά εις τον οίκον του εις την Ναζαρέτ.
· Εκεί, μετά 4 μήνες από την άφιξή της, και 6 μήνες από τη Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου εις την γηραλέα μήτρα της Ελισάβετ, λαμβάνει χώραν ο Ευαγγελισμός της, από τον αρχάγγελο Γαβριήλ (Λουκ., α’ 26-27).  Ο Ευαγγελισμός της Παναγίας εορτάζεται την 25ην Μαρτίου.
· Ταυτόχρονα, μετά την συγκατάθεσή της εις το μήνυμα του Αρχαγγέλου, λαμβάνει χώραν και η άσπορος και άφραστος Σύλληψις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εκ Πνεύματος Αγίου, εις την κοιλίαν της Παναγίας (Λουκ., α’ 38).
· Αμέσως μετά τον Ευαγγελισμό της, η Παναγία μεταβαίνει εις την πνευματική της μητέρα, την Ελισάβετ, την μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, η οποία εκατοικούσε εις την ορεινή περιοχή της Ιουδαίας, και παραμένει μαζί της τρεις μήνες, μέχρις ότου η Ελισάβετ γεννήση τον Τίμιο Πρόδρομο (τότε, η Ελισάβετ ήτο έγκυος 6 μηνών) (Λουκ., α’ 39 και 56).
· Όταν η Παναγία ήτο έγκυος 9 μηνών τον Χριστόν, μεταβαίνει, με τον μνήστορα Ιωσήφ, εις την Βηθλεέμ, για την απογραφή του πληθυσμού (Λουκ., β’ 3-4).
· Εκεί, εις την Βηθλεέμ, γεννά η Παναγία τον Χριστόν, μέσα εις την φάτνη, αφθόρως και χωρίς λοχείαν, υπέρ τους νόμους της φύσεως (Λουκ., β’ 7).  Η Γέννησις του Χριστού εορτάζεται την 25ην Δεκεμβρίου.  Εκεί, έρχονται και προσκυνούν τον Χριστόν οι ποιμένες των προβάτων (Λουκ., β’ 16).
· Μακρυά, τώρα, εις την Περσία, μόλις εγεννήθη ο Χριστός, εφάνη ένας παράξενα κινούμενος αστέρας εις τον ουρανό.  Παρατηρήσαντες αυτόν, οι μάγοι, ξεκίνησαν και τον ηκολούθησαν μέχρι την Ιουδαία, τα Ιεροσόλυμα (Ματθ., β’ 1-2).  Το ταξείδι αυτό, διήρκεσε περίπου δύο χρόνια.
· Εν τω μεταξύ, μετά την Γέννησιν του Χριστού, παρέμειναν, η Παναγία με τον Χριστό και τον Ιωσήφ, εις την Βηθλεέμ, μέχρις ότου συνεπληρώθησαν οι νομικές ημέρες του καθαρισμού της (Λουκ., β’ 22).
·  Οκτώ ημέρες μετά την Γέννησιν, λαμβάνει χώρα, εις την Βηθλεέμ, η Περιτομή του Χριστού.  Τότε, έλαβε ο Χριστός το όνομα «Ιησούς» (δηλ. «Σωτήρ») (Λουκ., β’ 22).  Η Υπαπαντή του Χριστού εορτάζεται την 2αν Φεβρουαρίου.

Η Θεοτοκολογία στην υμνολογία των Θεομητορικών εορτών



Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη Καθηγητή Θεολογικής σχολης Α.Π.Θ.
 Η ΘΕΟΤΟΚΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ
ΤΩΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΩΝ ΕΟΡΤΩΝ*

       Η αναφορά στο πρόσωπο της Θεοτόκου συναντάται στην όλη ζωή της Εκκλησίας, αλλά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο συναντάται στην εικονογραφία, την θεία λατρεία και την υμνογραφία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το πρόσωπο της Θεοτόκου δεν είναι αυτονομημένο, αλλά σχετίζεται πάντοτε άμεσα με τον Θεάνθρωπο Υιό της. Την αλήθεια αυτή βεβαιώνουν με τον δικό τους καλλιτεχνικό τρόπο οι τοιχογραφίες της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας των Ουρανών1. Με την καθιέρωση της εικονογραφήσεως της Θεοτόκου ως Πλατυτέρας στο τετρατοσφαίριο της κόγχης του ιερού βήματος η Εκκλησία προβάλλει έντονα την δογματική σημασία, που έχει η εικόνα της Θεοτόκου. Αλλά και οι εικόνες της Αειπαρθένου Μαρίας με το θείο βρέφος2 στο τέμπλο -στην πιο τιμητική θέση, δίπλα και δεξιά στο Χριστό- αισθητοποιούν την παραπάνω σύνδεση, ενώ παράλληλα το όνομα «Θεοτόκος», με το οποίο επιγράφονται οι εικόνες της, «άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησι»3. Και στην θεία λατρεία, άλλωστε, είναι έντονα εμφανής η σύνδεση της Θεοτόκου με τον Χριστό. Αυτό βεβαιώνουν χαρακτηριστικά η ιδιαίτερη «μερίδα» της στην Προσκομιδή (από τον 12° αιώνα) κατά την Θεία Λειτουργία, όπως και η εξαιρετικά τιμητική μνεία της στην Αναφορά αμέσως μετά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος για τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων. Το πιστοποιούν ακόμη και όλοι οι ύμνοι, τους οποίους ψάλλει η Εκκλησία προς την Θεοτόκο κατά τις διάφορες Θείες Λειτουργίες4.
       Αλλά και γενικότερα από την όλη υμνογραφία της Εκκλησίας μας δεν λείπει ποτέ η αναφορά στην Θεοτόκο. Έτσι, μνεία της Θεοτόκου γίνεται στην ενάτη Ωδή και στα Θεοτοκία, τα οποία συνοδεύουν όλους τους ύμνους, που αναφέρονται στον Χριστό και τους αγίους. Είναι λοιπόν αυτονόητο, ότι δεν υπάρχει υμνογραφία σε δεσποτική εορτή ή σε εορταζόμενο άγιο, στην οποία να μη γίνεται οπωσδήποτε και αναφορά στην Θεοτόκο.   Όλες αυτές οι αναφορές πιστοποιούν με τον πιο εμφαντικό τρόπο τη σημασία που αποδίδει η Ορθόδοξη Εκκλησία στο πρόσωπο της Θεοτόκου, το οποίο συνδέοντάς το άμεσα με τον Χριστό, το συνδέει κατ' επέκταση και έμμεσα με τη σωτηρία των ανθρώπων και του προσδίδει έτσι κατεξοχήν χριστολογικό και ταυτόχρονα σωτηριολογικό περιεχόμενο. Χριστολογία, λοιπόν, Σωτηριολογία και Θεοτοκολογία συνδέονται στενά σ' ολόκληρη την υμνογραφία που αναφέρεται στη μητέρα του Θεού. Αυτό μέσα στο πλαίσιο της Ορθοδοξίας είναι πολύ φυσικό, αφού χαρακτηριστικό γνώρισμα της ορθόδοξης υμνογραφίας είναι το έντονα δογματικό περιεχόμενό της. Το δογματικό αυτό περιεχόμενο εκφράζουν με ιδιαίτερη έμφαση τα Απολυτίκια αλλά και όλοι οι ύμνοι των θεομητορικών εορτών.
       Η γέννηση της Θεοτόκου ήταν μήνυμα χαράς σε όλη την οικουμένη, γιατί από αυτήν θα γεννιόταν ο Χριστός, ο οποίος καταργώντας την προγονική κατάρα θα μας έδινε την δυνατότητα να μετέχουμε στην αιώνια ζωή5. Ζώντας οι πιστοί μέσα στη λατρεία τον λειτουργικό χρόνο -συμπυκνωμένο δηλαδή το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον- βλέπουν στα Εισόδια της Θεοτόκου την «προκήρυξη» της σωτηρίας των ανθρώπων6, ενώ στον Ευαγγελισμό της την φανέρωση του μυστηρίου της σωτηρίας, που συνοψίζεται στο ότι ο Υιός του Θεού γίνεται υιός της Παρθένου, η οποία αποβαίνει κατά τον χαιρετισμό του αρχαγγέλου Γαβριήλ η «κεχαριτωμένη»7. Και αυτό εξαιτίας του πλούτου της Χάριτος που δέχτηκε με τον Ευαγγελισμό της, κατά την σύλληψη δηλαδή του Θεού Λόγου στη μήτρα της.

Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ...



ΤΗΝ ΤΙΜΙΩΤΕΡΑΝ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΙΜ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΑΝ ΑΣΥΓΚΡΙΤΩΣ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ,  ΤΗΝ ΑΔΙΑΦΘΟΡΩΣ ΘΕΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΕΚΟΥΣΑΝ, ΤΗΝ ΟΝΤΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΝ ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΝΟΜΕΝ 
Ἐν Πειραιεῖ  14-8-2015
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Νέας Καλλιπόλεως Πειραιῶς
ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, στό ἐξαίρετο ἑρμηνευτικό τῶν ἀσματικῶν κανόνων τῶν Δεσποτικῶν καί Θεομητορικῶν ἑορτῶν βιβλίο του «Ἑορτοδρόμιον»[1], ἑρμηνεύει ἄριστα τόν προαναφερθέντα πασίγνωστο Θεομητορικό ὕμνο.
Λέει, λοιπόν, ὅτι ὁ ἐν ἁγίοις πατήρ ἡμῶν Κοσμᾶς ἐπίσκοπος Μαϊουμᾶ ὁ Μελωδός, θέλοντας νά ὑμνήσει τήν ἀσύγκριτη δόξα τῆς Θεομήτορος, καί μή μπορώντας νά τήν περιγράψει, ἐξαιτίας τοῦ θεομητροπρεποῦς ἁγιασμοῦ της καί τῶν ὑπερφυσικῶν καί παραδόξων χαρισμάτων, τά ὁποία ἐνυπάρχουν οὐσιώδη καί ἐσωτερικά στό παρθενικό πρόσωπό της, ἐπειδή ὑπερβαίνουν κάθε νοῦ καί λόγο, ἐξαιτίας τόσο τοῦ μεγέθους τους ὅσο καί τοῦ πλήθους τους, γι’αὐτό ἀναγκάζεται ἐδῶ νά παραλάβει ὄχι ἀπό τόν αἰσθητό, ἀλλά ἀπό τόν νοητό κόσμο, τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ, οἱ ὁποῖες εἶναι οἱ πρῶτες ταξιαρχίες, πού βρίσκονται γύρω ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ὥστε, μέσω τῆς συγκριτικῆς ἀσυγκρισίας τους ἤ τῆς ἀσύγκριτης συγκρίσεως, νά φανερώσει ἔστω καί λίγο τήν ἀπό ὑπερβολή σέ ὑπερβολή δόξα, κατά τόν Ἀπόστολο, καί τήν ὑπέρ λίαν τιμή τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεομήτορος.
Παρατηροῦμε ἐδῶ ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος χρησιμοποιεῖ τίς ἐκφράσεις «συγκριτική ἀσυγκρισία» καί «ἀσύγκριτη σύγκριση», ἐπειδή, σύμφωνα μέ τούς φιλολόγους, ἡ σύγκριση γίνεται πρός ὁμοφυῆ, ὁμοειδῆ καί ὁμοούσια πράγματα. Ἡ σύγκριση, πού γίνεται ἐπί τῶν ἑτεροφυῶν καί ἑτερουσίων πραγμάτων, θά ἦταν καλλίτερο νά λέγεται διάκριση καί ὄχι σύγκριση. Γι’αὐτό καί ἡ σύγκριση στό τροπάριο αὐτό εἶναι περισσότερο διάκριση.
Σύμφωνα, λοιπόν, μέ τόν θεῖο Χρυσόστομο, δέν ὑπάρχει τίποτε σέ ὅλη τήν κτίση ἶσο ἤ ἀνώτερο ἀπό τήν Θεοτόκο. Γιατί, ἔτσι ρητορεύει ἡ καλή αὐτή γλῶσσα : «Δέν ὑπάρχει τίποτε στόν βίο, ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία˙ περίελθε, ὦ ἄνθρωπε, ὅλη τήν κτίση μέ τόν λογισμό σου καί δές, ἄν ὑπάρχει κάτι ἶσο ἤ μεγαλύτερο ἀπό τήν ἁγία Θεοτόκο Παρθένο˙ γύρισε ὅλη τήν γῆ˙ δές παντοῦ γύρω γύρω τήν θάλασσα˙  ἀσχολήσου πολύ μέ τόν ἀέρα˙ ἐρεύνησε μέ τή διάνοιά σου τούς οὐρανούς˙ ἐνθυμήσου ὅλες τίς ἀόρατες Δυνάμεις, καί δές, ἄν ὑπάρχει ἄλλο τέτοιο θαῦμα σέ ὅλη τήν κτίση»[2]. Λέει δέ καί ὁ Ἰωάννης Ζωναρᾶς : «Ἡ Θεοτόκος ὀνομάζονταν δεδοξασμένη, ἐπειδή ἦταν καταγώγιο (κέντρο) κάθε ἀρετῆς˙ γιατί δέν βρέθηκε καθαρώτερη ἀπ’αὐτή σ’ὅλες τίς γενεές ἀπ’αἰῶνος».
Ἀπευθύνοντας, λοιπόν, ὁ θεσπέσιος Μελωδός τόν λόγο πρός τήν Θεοτόκο λέγει : «Ἐσένα μεγαλύνουμε, πανάχραντε Θεοτόκε, ἡ ὁποία εἶσαι τιμιώτερη ὄχι συγκριτικῶς, ἀλλά ἀσυγκρίτως ἀπό τά γνωστικότατα καί σοφώτατα Χερουβίμ». Γιατί, σύμφωνα μέ τόν Ἀρεοπαγίτη ἅγιο Διονύσιο, ἡ λέξη «Χερουβίμ» ἑρμηνεύεται «πλῆθος γνώσεως»«χύση σοφίας». Πρέπει κι ἐδῶ νά ἐννοηθεῖ τό ἐπίρρημα «ἀσυγκρίτως», ὥστε νά ἀποδίδεται ὄχι μόνο πρός τά Σεραφίμ, ἀλλά καί πρός τά Χερουβίμ. Παρομοίως, συνεχίζει ὁ Μελωδός : «Εἶσαι (πανάχραντε Θεοτόκε) καί ἐνδοξότερη ὄχι συγκριτικῶς, ἀλλά ἀσυγκρίτως ἀπό τά Σεραφίμ». Γι’αὐτό, ἔτσι πρέπει νά ἐννοεῖται ὁ ὕμνος : «Τήν τιμιωτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Χερουβίμ, καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Διονύσιο, ἡ λέξη «Σεραφίμ» θά πεῖ «ἐμπρηστές»«θερμαίνοντες».

Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.



Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς.
Εν Πειραιεί τη 1η Απριλίου 2016.
Όπως είναι γνωστό, η Εκκλησία μας από αρχαιοτάτων χρόνων καθιέρωσε να ψάλλεται πανηγυρικά η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου, ή των Χαιρετισμών, που είναι αφιερωμένη στην Παναγία, κάθε χρόνο την πένθιμη και κατανυκτική περίοδο της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις Παρασκευές των πέντε εβδομάδων των νηστειών, τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές τμηματικά και την πέμπτη ολόκληρη. Στο πρώτο μέρος της ακολουθίας αυτής ψάλλεται πάντοτε ο λεγόμενος Κανόνας του Ακαθίστου. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και την βοήθεια καταξιωμένων διδασκάλων της πίστεώς μας, να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά τα τροπάρια της πρώτης Ωδής του εν λόγω Κανόνος. 
Κατ’ αρχήν να πούμε λίγα εισαγωγικά γύρω από τον εν λόγω Κανόνα.  Όπως είναι γνωστό, η εκκλησιαστική ποίηση ήδη από τον 8ο μ.Χ. αιώνα καθιέρωσε το είδος εκείνο της εκκλησιαστικής υμνογραφίας που λέγεται Κανόνας και που αποτελείται από εννέα ωδές. Η κάθε ωδή ξεκινάει με τον ειρμό, που ονομάζεται έτσι, επειδή είρει, δηλαδή συνδέει στον τρόπο της ψαλμωδίας και τα υπόλοιπα τροπάρια της ωδής. 
Ο ειρμός λοιπόν της πρώτης ωδής αναφέρει: «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται Πνεύματος και λόγον ερεύξομαι τη βασιλίδι Μητρί, και οφθήσομαι φαιδρώς πανηγυρίζων και άσω γηθόμενος ταύτης τα θαύματα». Δηλαδή θα ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίσει από το Πνεύμα του Θεού, και θα απευθύνω λόγο προς την βασίλισσα Μητέρα του Θεού, και θα με δουν να πανηγυρίζω με χαρά τα θαυμαστά μεγαλεία της. Ο υμνογράφος νιώθει βαθιά την ανάγκη να ανοίξει το στόμα του και να ψάλει, να υμνήσει την Παναγία. Επιθυμεί να εκφράσει την χαρά που αισθάνεται μέσα του με ύμνους. Η χαρά που αισθάνεται όμως δεν είναι απλοί ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Είναι η χαρά που πηγάζει από το Πνεύμα του Θεού, επειδή και η ψυχή του είναι γεμάτη με Πνεύμα άγιο. Έχει τον πόθο να τραγουδήσει στην μητέρα του ουρανού και της γης, μ’ εκείνους τους ύμνους με τους οποίους την υμνούν οι άγγελοι. Θέλει να τραγουδήσει με πολλή πνευματική ευφροσύνη τα αμέτρητα θαύματά της και τις ευεργεσίες της.

Εγκώμιον εις την κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου



TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, που να αντηχή δυνατώτερα από ανθρώπινη φωνή και να συγκλονίζη τα πέρατα, απαιτεί ένας λόγος προς τιμήν της ιεράς αυτής ημέρας, αγαπητοί μου. γι’ αυτό και κινδυνεύει ν’ αποτύχη τώρα, καθώς ακούγεται προερχόμενος από το ασθενές φωνητικό μου όργανο. Η Κυρία όμως και Βασίλισσα του παντός, έτσι καθώς είναι αφιλόδοξη, θα δεχτή νομίζω κι αυτόν εδώ τον σύντομο και πενιχρό λόγο που της προσφέρουμε οι δούλοι της, όμοια με εκείνους τους διεξοδικούς και αστραφτερούς των σπουδαίων ομιλητών, με το να παρακινείται σε συμπάθεια από τις προσευχές αυτού που με προστάζει να ομιλήσω. επειδή ακριβώς και ένα μόνο πράγμα προσέχει η φιλάγαθη: την πρόθεσι.

Εμπρός λοιπόν, συνάξου ολόκληρη η οικουμένη, ιεράρχες και ιερείς, μοναχοί και κοσμικοί, βασιλείς και άρχοντες, άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, φυλές και γλώσσες, με όλο μαζί το έθνος και το πλήθος, και αφού αλλάξης τα φορέματα των αρετών σου, «ντυμένη» κι εσύ «στα κρόσσια τα χρυσά και στολισμένη»1, πρόβαλε με πρόσωπο φαιδρό και όλο χαρά γιόρτασε της Κυριοτόκου Μαρίας την εορτή, την επικήδεια συγχρόνως και διαβατήρια. διότι φεύγει από εδώ κάτω και πηγαίνει κοντά στα όρη τα αιώνια, το όρος όντως το Σιών, στο οποίο ευδόκησε ο Θεός να κατοική, όπως ψάλλει η λύρα του ψαλμωδού. Σήμερα λοιπόν ο επίγειος ουρανός περιβαλλόμενος την στολή της αφθαρσίας αποκτά νέα διαμονή, την καλύτερη και αιώνια. Σήμερα η νοητή και θεοφώτιστη σελήνη με το να συμβάλλη στον δίσκο του ηλίου της δικαιοσύνης εκλείπει μεν από την πρόσκαιρη τούτη ζωή, συγχρόνως όμως ανατέλλει και λάμπει με την τιμή της αθανασίας. Σήμερα η ολόχρυση και θεοκατασκεύαστη κιβωτός του αγιάσματος αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματα και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλήμ, για να αναπαυθή αιώνια. Και ο θεοπάτωρ Δαυίδ μας τα τραγουδάει αυτά με την κιθάρα του και αναφωνεί: «Θα προσαχθούν, λέει, παρθένοι», δηλ. ψυχές, «στον βασιλέα, ακολουθώντας πίσω από αυτήν θα προσαχθούν σε Σένα»2.

Τώρα λοιπόν, ενώ έκλεισε τους αισθητούς οφθαλμούς η Θεοτόκος, υψώνει για χάρι μας τους νοητούς, σαν λαμπρούς και μεγάλους φωστήρες που ποτέ ως τώρα δεν βασίλεψαν, για να αγρυπνούν και να εξιλεώνουν τον Θεό υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Τώρα, ενώ στα θεοκίνητα χείλη της εσίγησε ο έναρθρος λόγος, αείλαλο ανοίγει το πρεσβευτικό της στόμα υπέρ όλου του γένους. Τώρα, ενώ συνέστειλε τις σωματικές και θεοφόρες της παλάμες, τις υψώνει άφθαρτες προς τον Δεσπότη υπέρ ολόκληρης της οικουμένης. Τώρα, ενώ μας απέκρυψε τα ηλιοειδή και φυσικά χαρακτηριστικά της, ακτινοβολεί δια μέσου της σκιαγραφίας της εικόνας της και την παρέχει στον λαό προς ασπασμό ευεργετικό και σχετική προσκύνησι, είτε το θέλουν οι αιρετικοί είτε όχι. Ενώ λοιπόν πέταξε επάνω η πάναγνος περιστερά, δεν παύει να φυλάττη τα κάτω. Ενώ εξήλθε του σώματος, με το πνεύμα της είναι μαζί μας. Ενώ οδηγήθηκε στους ουρανούς, εξοστρακίζει από ανάμεσά μας τους δαίμονες μεσιτεύοντας προς τον Κύριο.