Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς ως Θεομητορικός Αγιογράφος και οι εικόνες του Δημήτριος Αθανασίου (Πρωτοπρεσβύτερος)


Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς ήταν ο πρώτος ζωγράφος της Παναγίας.
Ο Λουκάς δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά εθνικός, σύμφωνα δε με την παράδοση καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας,Υπήρξε ένας από τους στενότερους και προσφιλέστερους συνεργούς του Αποστόλου Παύλου. Ο Μουσειολόγος και ερευνητής Μιχ. Δουλγερίδης σε σχετικό άρθρο του σημειώνει τα εξής:
«Από την εισαγωγή του Ευαγγελίου του μπορούμε να προβούμε σε ορισμένες εκτιμήσεις… Είναι εύλογο ο «κράτιστος Θεόφιλος» για τον οποίο ο Λουκάς έγραψε το Ευαγγέλιο και στην συνέχεια και τις Πράξεις των Αποστόλων, κατά παραγγελία να έλαβε την υποχρέωση να στείλει και δύο πορτραίτα εικόνων των ηρώων της πίστης που γράφει, της Παναγίας και του Ιησού. Για να έχει και οπτική εικόνα το πώς ήταν η Παναγία και ο Ιησούς που ευαγγελίζεται στο κείμενό του, ή ακόμα να έχει ως σύμβολο πίστης. Κατά  μια άλλη εκδοχή, να αναθέσει την εικονογράφηση σε κάποιον επαγγελματία ζωγράφο που πολύ πιθανόν να είχε δει ή ακούσει περιγραφές για την Παναγία και τον Ιησού ή πάλι να περιέγραψε τα χαρακτηριστικά αυτός  ο ίδιος ο Λουκάς και να παρίστατο την στιγμή της εκτέλεσης της ζωγραφικής για την πιστή απόδοση της μορφής και των χαρακτηριστικών της Παναγίας και του Ιησού.Υπάρχει και η άλλη άποψη ότι ο Λουκάς αναφέρεται στα θεολογικά κείμενα ως ιατρός στο επάγγελμα και πουθενά ότι είχε ζωγραφικές ικανότητες. Πολλοί πιστεύουν ότι πιθανόν εξ αιτίας της γλαφυρότητας που παρουσίασε και περιέγραψε μέσα στο Ευαγγέλιό του την μορφή και την ζωή της Παναγίας, επειδή πράγματι είναι ο μόνος από τους τέσσερις ευαγγελιστές για τον οποίο έχουμε τις σημαντικότερες πληροφορίες για την Παναγία, που κυριολεκτικά την περιγράφει τόσο έντονα και δηλώνει ότι είναι γνώστης πολλών πληροφοριών για την μορφή της, είναι σαν να ζωγραφίζει την φυσιογνωμία της. Είναι μια άποψη που υποστηρίζεται από μεγάλη μερίδα θεολόγων και μελετητών και η οποία έχει μια επιστημονική θέση».
Γραπτές μαρτυρίες που έρχονται να στηρίξουν την άποψη αυτή είναι περίπου πέντε αιώνες αργότερα από την εποχή που έζησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Η πρώτη καταγεγραμμένη πληροφορία που υπάρχει σε κείμενο είναι του  Θεοδώρου Αναγνώστου ο οποίος στο έργο του «Εκλογαί εκ της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Α΄, μας πληροφορεί ότι: «…η Ευδοκία Πουλχερία την εικόνα της Θεομήτορος, ην ο απόστολος Λουκάς καθιστόρησεν, εξ Ιεροσολύμων απέστειλε….».Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία η Ευδοκία, η σύζυγος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β, ενώ βρισκόταν στους Αγίους Τόπους, πιθανόν για προσκύνημα, αγόρασε την εικόνα της Θεομήτορος και την έστειλε στην Κωνσταντινούπολη, ως δώρο προς την αυτοκράτειρα Πουλχερία, την σύζυγο του αυτοκράτορα Μαρκιανού. Μαρτυρίες για την ύπαρξη της εικόνας της Παναγίας από τον Απόστολο Λουκά μας παρέχει και ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας της Κρήτης, ο οποίος στο έργο του «Περί της των αγίων εικόνων προσκυνήσεως»¨γράφει: «..Τρίτον υπόδειγμα Λουκάν τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν άπαντες οι τότε ειρήκασιν οικείαις ζωγραφήσαι χερσί αυτόν τε τον Σαρκωθέντα Χριστόν και την αυτού Άχραντον Μητέρα και τούτων τας εικόνας έχειν εις την Ρώμην εις οικίαν εύκλειαν. Και εν Ιεροσολύμοις δ΄επ΄ακριβείας κείσθαι ταύτας φασίν». Επίσης στην Συνοδική επιστολή (836μ.Χ) των Αγιοτάτων Πατριαρχών Χριστοφόρου Αλεξανδρείας, Ιώβ Αντιοχείας και Βασιλείου Ιεροσολύμων προς Θεόφιλον αυτοκράτορα Κων/πόλεως αναφέρεται η εξής διήγηση. Όταν η Παναγία είδε το «Πορτραίτο της» με τον Ιησού στην αγκαλιά της, τόσο ευχαριστήθηκε που ευλόγησε τον ίδιο τον Ευαγγελιστή –ζωγράφο καθώς και την εικόνα στην οποία απεικονίστηκε και του είπε: «Η Χάρις μου μετ΄αυτής έσται».
Το 10ο αιώνα για τον Ευαγγελιστή Λουκά ως ζωγράφο αναφέρεται και ο Συμεών ο Μεταφραστής. Αυτός χαρακτηρίζει τις εικόνες του Ευαγγελιστή Λουκά «φιλίας  θερμοτάτης τεκμήριον» μετά της Θεοτόκου. Ο καθηγητής Μάρκος Σιώτης σημειώνει τα εξής: «Ο χαρακτηρισμός αυτός σημαίνει ότι η μακραίωνη παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας αναγνώριζε την μετά της Θεοτόκου σύναψη στενών προσωπικών σχέσεων σεβασμού, τιμής και αγάπης του Ευαγγελιστή Λουκά με την Θεοτόκο …..Οι στενές προσωπικές σχέσεις του Ευαγγελιστή Λουκά με την Θεοτόκο αναπτύχθηκαν κατά την συνεχή και πάνω από δύο χρόνια παραμονή του Ευαγγελιστή στην Παλαιστίνη, όταν ο διδάσκαλος και συνεργάτης του Απ.Παύλος ήταν φυλακισμένος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης (58-60)  μ.Χ .Κατά το διάστημα αυτό ο Ευαγγελιστής  είχε την δυνατότητα να κινείται συχνότερα μεταξύ Καισαρείας και Ιεροσολύμων.
Μία άλλη μαρτυρία είναι και αυτή του Νικηφόρου Κάλλιστου ο οποίος στην Εκκλησιαστική του Ιστορία ΙΕ΄,14 γράφει: «ενώ την σταλείσαν εξ Αντιοχείας εικόνα του Λόγου Μητρός ανετίθει, ην ο Λουκάς, ο Θείος Απόστολος χερσί καθιστόρει, ζώσης έτι και τον τύπον ορώσης και την χάριν τη μορφή ενιείσης».Η αυτοκράτειρα Πουλχερία δώρισε την εικόνα του Ευαγγελιστή Λουκά στην ιδρυθείσα από αυτήν Μονή των Οδηγών, από την οποία έλαβε και η εικόνα αυτή του Αποστόλου Λουκά το όνομα ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ και θεωρείται προστάτης της Κων/πόλεως.
Ο Ι.Δαμασκηνός σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Θεόφιλο γράφει τα εξής. «Βλέπε μοι και τον Ευαγγελιστήν και Απόστολον Λουκάν, ουχί της Παναχράντου και Αειπαρθένου Μαρίας την τιμίαν εικόνα ανιστόρησε και προς Θεόφιλον έπεμψε;». Και πάλι : «Και γαρ ο θεσπέσιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς τον θείον και σεβάσμιον χαρακτήρα της πανάγνου Θεομήτορος Μαρίας έτι εν σαρκί αυτής ζώσης εν Ιερουσαλήμ και τας διατριβάς ποιουμένης εν τη αγία Σιών, ζωγραφικαίς μίξεσι την της πανάγνου στήλην εν πίναξι διεχάραξεν, ως εν κατόπτρω τη μετέπειτα γενεά καταλελοιπως».(P.G τομ .95 σελ.321 και 349 .Ι.Δαμασκηνού .Λόγος αποδεικτικός περί των Αγίων και Σεπτών Εικονων)
ΟΙ εικονογραφικές μαρτυρίες για τον Ευαγγελιστή Λουκά ως Θεομητορικό Αγιογράφο.
Η παλιότερη απεικόνιση του Ευαγγελιστού Λουκά να ζωγραφίζει την Παναγία προέρχεται από εικονογραφημένο Ευαγγέλιο που υπάρχει στην βιβλιοθήκη του Harvard (Cambridge Mass cod.gr.25,φ.52ν ).Το χειρόγραφο είναι του 11ου αιώνα ,αλλά οι μικρογραφίες του 12ου.Παρόμοιες απεικονίσεις υπάρχουν:
-Σε Ευαγγέλιο της Μονής Αγ.Αικατερίνης Σινά (13ος αιώνας) καθώς και σε φορητή εικόνα.(1788)
-Σε τετραευαγγέλιο του 15ου αιώνα στο Βατικανό
-Σε φορητή Κρητική εικόνα του 15ου που βρίσκεται στο Μουσείο εικόνων Recklinghaysen στη Γερμανία
-Σε φορητή εικόνα του του 14ου αιώνα στην Μονή Χρυσαλινιώτισσας στην Κύπρο
-Σε φορητή εικόνα του 1560/1567 στο Μουσείο Μπενάκη.
-Σε αγιογραφία στην Μονή Φιλανθρωπινών στο Νησί των Ιωαννίνων.(1542)
-Σε φορητή εικόνα του 16ου αιώνα της Εθνικής Πινακοθήκης –Συλλογή Αλ.Σούτσου.
-Σε φορητή εικόνα του 17ου αιώνα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών –Συλλογή Λοβέρδου.
-Σε αγιογραφίες στο Ναό του Αγίου Νικολάου Βίτσας (1618/9) ,στον ναό του Αγ.Μηνά (1619/20) στο Μονοδένδρι καθώς και στο ναό των Ταξιαρχών στο Καπέσοβο της Ηπείρου.
-Στη Μονή Χιλανδαρίου σε αγιογραφία (1683/4) στον ναό του Αγ.Ιωάννου του Προδρόμου.
–Σε αγιογραφία (1735) στην Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας.
-Σε φορητές εικόνες στο Βυζαντινό Μουσείο Βενετίας –στο Παλαιο Μουσείο Ζακύνθου,στο Μοσείο Μπενάκη και στο ναό της Παναγίας Δεξιάς στη Θεσσαλονίκη κ.α.
Αξιομνημόνευτη είναι η αγιογραφία που υπάρχει στην Μονή Κύκκου στην Κύπρο όπου εικονίζεται ο Ευαγγελιστής Λουκάς να προσφέρει στην Παναγία την εικόνα που έφτιαξε,στον τύπο της Κυκκώτισσας
ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗ ΛΟΥΚΑ.
Η ευσεβής παράδοση κάνει λόγο για 70 ή 72 εικόνες με αποστολική προέλευση ,αριθμός που είναι περισσότερο συμβολικός και αντιστοιχεί στον ευρύτερο κύκλο των Αποστόλων κατά την Ανάληψη. Τρείς είναι οι εικονογραφικοί  Θεομητορικοί τύποι που θεωρούνται ότι προέρχονται από τον Ευαγγελιστή Λουκά.
Α.Η Παναγία η Οδηγήτρια,
Β.Η Κυκκώτισα ή Ελεούσα.
Γ.Η Παναγία η Αγιοσορίτισσα.
Ο Φώτης Κόντογλου στο΄έργο του «Έκφρασις» γράφει τα εξής: «Εις τον χρωστήρα του Αγίου Ευαγγελιστού Λουκά απεδόθησαν έκπαλαι ολίγαι άγιαι εικόνες τηξς Θεοτόκου ως η Πορταίτισσα εν τη  Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους ,η της Μονής του Σουμελά εν Τραπεζούντι ,η της Μονής του Προυσσού εν Ακαρνανία ,και τινες άλλαι».(Τόμος Α σελ.4160-έκδοση 1960).
Στον Ευαγγελιστή Λουκά αποδίδονται ακόμα και εικόνες της Παναγίας του Μαχαιρά, της Παναγίας της Χρυσορροιάτισσας στην Κύπρο καθώς και ορισμένες που βρίσκονται στην Ρώμη.
Εικόνες της Παναγίας που βρίσκονται στην Ρώμη και αποδίδονται στον Ευαγγελιστή Λουκά.
Στην Ρώμη θεωρούνται ότι υπάρχουν οκτώ εικόνες που ακολουθούν Αποστολική παράδοση και αυτές είναι:
-Η Παναγία δεομένη από de Monastiro Rossario.
-H εικλονα Santa Maria Nova ,που συνδέεται με την αχειροποίητη εικόνα της Παναγίας της Λυδδας.
-Η εικόνα Santa Maria ad Martures που βρίσκεται στο Πάνθεον της Ρώμης,
-Η εικόνα Salus Populi Romani που βρίσκεται στην Βασιλική της Santa Maria Maggiore.
-Η Παναγία η Παρηγορίτισσα που βρίσκεται στο ναό της Αγίας Μαρίας της Νέας .
-Η Παναγία Συνήγορος που βρίσκεται στο Πεδίο του Άρεως στην Ρώμη.
-Η Παναγία του Αγίου Λουκά στην Μπολώνια.
-Η Παναγία η Παρηγορίτισσα του Τορίνου.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ.
Θεωρείται η πρώτη απεικόνιδση της Παναγίας.Η ονομασία ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ δόθηκε στην εικόνα από την Μονή των Οδηγών στην Κων/πολη όπου φυλαγόταν.Η μονή κατασκευάστηκε από τον Μιχαήλ τον Γ΄στην περιοχή των Μαγγάνων,κοντά στην Αγία Σοφία δίπλα στην ιαματική πηγή ,όπου οδηγήθηκαν από την Παναγία δύο τυφλοί και με θαυματουργικό τρόπο ανέβλεψαν.
Η εικόνα αποτέλεσε το παλλάδιο της πρωτεύουσας και έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από τους αυτοκράτορες όλων των δυναστειών και κυρίως των Κομνηνών(1059-1185) και των Παλαιολόγων.Τα ίχνη της όμως χάνονται το 1453 με την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους.Διασώθηκαν όμως πολλά αντίγραφα της εικόνας γιάυτό είναι γνωστός ο εικονογραφικός αυτός τύπος της εικόνας.
Η Παναγία η Οδηγήτρια απεικονίζεται ολόσωμη η σε προτομή ,μετωπική,να κρατά στο αριστερό χέρι τον Χριστό-Εμμανουήλ και με το δεξί χέρι ,μπροστά στο στήθος να δείχνει προς αυτόν.
Η επωνυμία Οδηγήτρια έχει και συμβολική σημασία ,καθώς η η κίνηση του χεριοπυ της Παναγίας,που δείχνει τον Χριστό,μας  οδηγεί ,μας δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας.Παράλληλα είναι και μία χειρονομία ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ και ΔΕΗΣΗΣ.Ο Χριστός ευλογεί με το δεξί χέρι και με το αριστερό κρατάει κλειστό ειλητάριο. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας είναι η απόσταση ανάμεσα στην Παναγία και στον Χριστό.Τα βλέμματά τους δεν συναντιώνται αλλά ούτε και τα πρόσωπά τους εφάπτονται.
Ο τάφος του Ευαγγελιστή Λουκά, που βρίσκεται σε ναό της πόλης των Θηβών, στην οποία ετάφη κατά την παράδοση.

Η Παναγία μεσίτρια και βοηθός των ανθρώπων


Panagia Eleoussa I M Panagias Amirous
Στη συνείδηση των ορθοδόξων πιστών η Παναγία έχει καθιερωθεί ως μεσίτρια που ενώνει τη γη με τον ουρανό, τον αισθητό κόσμο με τη νοητή ωραιότητα. Η αλήθεια αυτή αποτυπώνεται στους βυζαντινούς ναούς με την Πλατυτέρα που εικονίζεται στην κόγχη του ιερού. Η Παναγία είναι η κλίμακα από την οποία κατέβηκε ο Θεός στη γη, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, να ατενίσει την ωραιότητα του προπτωτικού κάλλους και να πορευθεί προς τη θέωση. Γι’ αυτό η κλίμακα του Ιακώβ εξεικονίζει την Θεοτόκο που ένωσε τα «διεστώτα» και συνάπτει αυτά για πάντα με τις πρεσβείες και τη μεσιτεία της προς τον Υιό και Θεό της.
Με ποιά σημασία όμως η Παναγία θεωρείται μεσίτρια, αφού είναι γνωστό ότι ένας είναι ο μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός; Ο Χριστός με τη θυσία του έγινε το «αντίλυτρο» για την εξαγορά όλων των ανθρώπων από τα δεσμά της πτώσεως, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Πάτερα και εκπεσμένου υιού. Ο Χριστός είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων και η μεσιτεία του αυτή γίνεται δυνατή με την Παναγία που ως Μητέρα του Θεανθρώπου πρόσφερε σε όλους τη δυνατότητα να κοινωνούν με τον Θεό.
Βασική προϋπόθεση για την επανασύνδεση και προσέγγιση Θεού και ανθρώπων είναι η λύση της έχθρας γης και ουρανού και η επαναφορά των «αποστατών» στον Πατέρα, γράφει ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Με τη λύση της έχθρας ανοίγει ο δρόμος για την υιοθεσία του ανθρώπου από τον Θεό. Η υιοθεσία ενεργοποιεί τη μετοχή στη θεία δόξα με το φωτισμό και την ανακαίνιση του συντετριμμένου πλάσματος. Η Παναγία ως μεσίτρια οδηγεί τον άνθρωπο στον Χριστό και πρεσβεύει για τη σωτηρία του. Στην εικονογραφία και την υμνολογία της Εκκλησίας, που αποτυπώνεται στις ακολουθίες, στους κανόνες, τον Ακάθιστο Ύμνο, τα θεοτοκάρια, τις συναπτές και σε κάθε σχετικό ύμνο, η Θεοτόκος δέεται υπέρ των πιστών και δεομένη εκφράζεται ως Μητέρα όλων. Αυτό διαφαίνεται περισσότερο στις θεομητορικές εορτές που αποτελούν ειδικότερες αφορμές καταφυγής των Χριστιανών στη σκέπη και προστασία της.
Η Παναγία βρίσκεται πολύ κοντά στον Θεό. Από το προνόμιο αυτό απορρέει η παρρησία της ενώπιον του υπέρ των ανθρώπων. Όταν οι πιστοί απευθύνουν δεήσεις και ικεσίες προς την Παναγία ή τους αγίους αυτό δεν σημαίνει ότι λησμονούν το σωτήρα Χριστό. Ο Χριστός τελικά σώζει τους ανθρώπους. «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» ψάλλεται στη θεία Λειτουργία. Η Θεοτόκος δεν σώζει, αλλά και δεν σωζόμαστε χωρίς αυτήν. Μέσω αυτής οικειούμαστε το σωτήρα Χριστό.
Στον Παρακλητικό Κανόνα, οι πιστοί απευθύνονται προς την Παναγία με την εξής ευχή: «Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν». Στον Κανόνα αυτόν αποτυπώνεται η θρησκευτική ευλάβεια προς το πρόσωπο της Παναγίας, την οποία επικαλούνται όλοι μετά τον Θεό Πατέρα για ενίσχυση και ενδυνάμωση. Η υμνολογική αυτή αναφορά αποτελεί μία ακόμη πτυχή της ορθόδοξης λατρείας όπου αποσαφηνίζεται ο μεσιτικός ρόλος της Θεοτόκου στις επικλήσεις σωτηρίας του κόσμου που απειλείται από την επικυριαρχία του κακού.
Ο Βασίλειος Σελευκείας προσδιορίζει το νόημα της μεσιτείας, όταν λέει: «Χαίρε κεχαριτωμένη, μεσιτεύουσα Θεώ και ανθρώποις, ίνα το μεσότοιχον αναιρεθή της έχθρας, και τοις επουρανίοις ενωθή τα επίγεια». Αυτή η υπέρβαση από τη σφαίρα της φθαρτότητας προς τα επουράνια και η επαγγελία της σωτηρίας και της αναστάσεως μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της Παναγίας που πρώτη από όλους τους ανθρώπους δέχθηκε το χαρμόσυνο μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου. Η άποψη αυτή είναι διάχυτη στη λειτουργική παράδοση, την υμνογραφία και την εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρά την απουσία βιβλικής θεμελιώσεως αυτής της θέσεως, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας στα ερμηνευτικά τους υπομνήματα πάνω σε χωρία των συνοπτικών Ευαγγελίων αφήνουν να διαφανεί ότι ο Χριστός μετά την ανάστασή του εμφανίστηκε πρώτα στην Παναγία. Η ίδια ποτέ δεν αμφισβήτησε τη θεότητα του υιού της, ενθυμούμενη όλα τα παράδοξα και θεϊκά που συνέβησαν κατά τη σύλληψη, τη γέννηση και την επί γης παρουσία του Χριστού.
Η σωτηρία και η ελπίδα της αναστάσεως προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό. Η οικείωση όμως της σωτηρίας από τους ανθρώπους καθίσταται δυνατή με τις πρεσβείες της Θεοτόκου που, προσφέροντας το τέλειο πρότυπο αγίου βίου, οδηγεί τους πιστούς στην αρετή και τη μετάνοια. Η βαθιά αυτή πεποίθηση του λαού για τη διαρκή παρουσία της Παναγίας στο χειμαζόμενο άνθρωπο παγιώθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες στη συνείδηση των πιστών. Η Θεοτόκος γίνεται «τοις λυπουμένοις ευμενές παραμύθιον, πάσι τοις αιτούσιν ετοίμη βοήθεια». Η ίδια είναι κοντά στους ανθρώπους, αισθάνεται λύπη γι’ αυτούς και ποθεί τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Αγκαλιάζει τους πάντες και είναι έτοιμη με την παρρησία και την εγγύτητά της στον Θεό να λύσει κάθε επώδυνη κατάσταση της ζωής, την οποία προκαλεί η αμαρτία .
Οι άνθρωποι έχουν το προνόμιο να διαθέτουν ισχυρό προστάτη και υπερασπιστή τους, την Παναγία, που με την παρέμβασή της αποδυναμώνει την επιρροή του κακού. Αυτή «δέεται και πρεσβεύει υπέρ ημών» ανατρέποντας τις ορμές των παθών και τον πόλεμο του πονηρού. Η Παναγία και επιθυμεί και μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των ποικίλων κακών, πριν ακόμη οι άνθρωποι τα αντιληφθούν. Τότε παρεμβαίνει η μεσίτρια, που με τις μητρικές της παρρησίες ικετεύει θερμά τον ουράνιο Πατέρα, σαν να πρόκειται για τον εαυτό της, προβάλλοντας τη συγγένεια της φύσεώς της με το ανθρώπινο γένος.
Η Παναγία επιβλέπει από ψηλά με συμπόνια ως «υπέρμαχος στρατηγός» το ποίμνιο που δεινοπαθεί από φανερές ή αφανείς επιθέσεις των εχθρών και κυρίως του παλαιού τυράννου, του πονηρού, κατά τη γραφή του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου. Η μεσιτεία της είναι το υπέρλογο εκείνο μέσο που όχι μόνο τιμά το ανθρώπινο γένος, αλλά και το ενισχύει, αφού το απαλλάσσει από την κυριαρχία του αιτίου των κακών έξεων και συνηθειών. Οι πιστοί δέονται στην Θεοτόκο να καταστείλει τα πάθη της ψυχής τους και να απολεπτύνει σταδιακά το νέφος της σάρκας, το παχύ και γεώδες αυτό προκάλυμμα. Ζητούν ακόμη να ενδυναμώνει τις νοερές κινήσεις και ενέργειες της ψυχής τους και να τις προσανατολίζει προς το αιώνιο και πρωτότυπο κάλλος.
Συχνά η απροθυμία της ανθρώπινης φύσεως και η νωθρότητα της διάνοιας καθιστούν τον άνθρωπο ράθυμο στην αρετή, που απαιτεί κόπο. Στην κατάκτηση της αρετής παρεμβάλλονται εμπόδια και αδιέξοδα. Γι’ αυτό στην πρώτη εμφάνισή τους ο πιστός καταφεύγει στην Θεοτόκο που δεν παύει να αγαπά και να φροντίζει τους ανθρώπους ως φιλόστοργη Μητέρα. Έτσι μεταβιβάζει τις ευεργεσίες της προς όλους αδιακρίτως και τους προστατεύει από τους πειρασμούς και τους κινδύνους. Ο Ιωσήφ Υμνογράφος ομιλεί ποιητικά για την ακοίμητη πρεσβεία της Θεοτόκου προς τον Θεό, που καθαρίζει τα πάθη της ψυχής με τις ιερές μεσιτείες της, δωρίζοντας παράλληλα και σωτήρια εγρήγορση για την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού.
Είναι τόσο πολλές οι θλίψεις, οι συμφορές του βίου και οι πειρασμοί που κυκλώνουν από παντού τον πιστό, ώστε αναζητά την «κραταιά σκέπη» της Παναγίας και ζητά προστασία, κάνοντας έκκληση προς αυτήν: «Διά σπλάχνα ελέους σου, Παρθένε, μη παρίδης σεμνή ποντούμενόν με σάλω βιοτικών κυμάτων, αλλά δίδου μοι χείρα βοηθείας καταπονουμένω κακώσεσι του βίου». Στον αγώνα του ενάντια στο κακό ο πιστός καταπονείται ανελέητα από τις ορμές των παθών, από τα βέλη του πονηρού και από τις επαναστάσεις της σάρκας. Γι’ αυτό ζητά συνεργό και βοηθό του την Παναγία, ώστε να καταστείλει τις σαρκικές εκρήξεις και να αποτρέψει την κυριαρχία και επικράτηση του υλικού φρονήματος που γεννά την αμαρτία. Ο πιστός επικαλείται επίσης και την άμεση παρουσία του Θεού Πατέρα από τον οποίο ζητά να του δωρίσει «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν και καρδίαν νήφουσαν». Έτσι η προσωπική άσκηση συμβαδίζει με τη θεία αντίληψη. Ο πιστός δεν στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, αλλά περισσότερο στη βοήθεια του Θεού στον οποίο και προσφέρει όλη του την ύπαρξη, όπως έπραξαν οι άγιοι της Εκκλησίας, και κυρίως η Παναγία.
Οι πρεσβείες της Θεοτόκου στηρίζουν τον άνθρωπο μπροστά στους πειρασμούς και τη δύναμη του κακού. Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός εκτιμά ότι ο ανθρώπινος βίος θα ήταν αβίωτος, εάν οι πιστοί δεν είχαν την Παναγία «συνόμιλόν τους και μόνην επί γης καταλελειμμένην παρηγορίαν» .
Αν κάποιος επιθυμεί να πορευθεί προς τον Δεσπότη όλων, τον Θεό ή να ζητήσει συγγνώμη για τα παραπτώματά του, τότε στο πρόσωπο της Παναγίας θα βρει το χειραγωγό που θα τον οδηγήσει προς αυτόν. Η Θεοτόκος, λόγω της εγγύτητάς της προς τον Θεόν και της κοινής καταγωγής της με το ανθρώπινο γένος, γίνεται διαρκώς η μεσίτρια που συμφιλιώνει το πλάσμα με τον Πλάστη. Με τις πρεσβείες της χορηγεί στους πιστούς την εκπλήρωση των αιτημάτων τους. Και αν είναι υποχρέωση των τέκνων να αποδίδουν σεβασμό και τιμή στους κατά σάρκα γεννήτορες, ποιά ανταμοιβή θα ήταν αντάξια της Παναγίας που είναι η αιτία της πνευματικής γεννήσεως, ενηλικιώσεως, εμπλουτισμού και θεώσεώς τους;
Με δεδομένη την υπαιτιότητα του ιδίου του ανθρώπου για την πτώση του και την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα», είναι φανερό ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία του προς τον όλεθρο. Αυτήν την καταλυτική πτώση του γένους διαπίστωνε με θλίψη και συμπόνια η Παρθένος και αναζητούσε το αντίρροπο φάρμακο για ένα τόσο μεγάλο πάθος. Διέγνωσε ότι μόνο μία κατεύθυνση υπήρχε· η ολοκληρωτική στροφή της προς τον Θεό και η μεσιτεία της για όλο το ανθρώπινο γένος. Κατά συνέπεια έγινε πρέσβειρα των ανθρώπων με τη δική της βούληση «ζητούσα όπως πιθανώς και γνησίως ομιλήσει Θεώ».
Η Θεοτόκος με τη συνεκτική δύναμη, το θεάνθρωπο υιό της που έφερε στους μητρικούς της κόλπους, γίνεται ενοποιός χώρα που συγκρατεί και ενώνει. Αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, συγκεντρώνει τους διασκορπισμένους και τους συμφιλιώνει μεταξύ τους και με τον Θεό, όπως ακριβώς το κέντρο του κύκλου όλες τις διερχόμενες ευθείες. Η Παναγία γίνεται η κοινή εστία, το θεμέλιο βάθρο και η απαράμιλλη πηγή των υπερφυσικών χαρισμάτων, από τα οποία αντλεί πλούσια η νοερή και λογική φύση χωρίς όμως να μπορεί να υπερβεί την τελειότητα εκείνης.
Η Παναγία ως μέση μεταξύ δύο ιστορικών κόσμων, προ και μετά Χριστόν, μεσίτευσε όχι μόνο μεταξύ αυτών των δύο, αλλά και μεταξύ του Θεού και όλου του ανθρώπινου γένους. Η θέση της στο μυστήριο της θείας οικονομίας της έδωσε το προνόμιο να συνδέει μόνη αυτή το ανθρώπινο με το θείο. Έτσι κατέστησε τον Θεό Υιό ανθρώπου και ανέδειξε τους ανθρώπους σε υιούς του Θεού, γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Από αυτή τη θεία ιδιότητά της εκπορεύεται ο ρόλος της μεσιτείας και πρεσβείας της για τους ανθρώπους. Έκτοτε αναδύεται ως έμψυχο άγαλμα κάθε καλού, ως ζωντανή εικόνα κάθε αρετής, ως κοινωφελέστατη τιμή του ουρανού, της γης και των επέκεινα.
πηγή: Ευτυχίας Γιούλτση, «Η Παναγία πρότυπο πνευματικής τελειώσεως», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη 2001, σ. 153-162

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


αναρτήθηκε σε: Ψυχωφελή κείμενα


Στην εποχή μας συνήθως πετυχημένοι άνθρωποι θεωρούνται εκείνοι που έχουν βάλει υψηλούς στόχους στη ζωή τους και τους έχουν κατακτήσει. Ακόμη πετυχημένοι  θεωρούνται όσοι έχουν καταφέρει να αποκτήσουν πλούτη, αναγνωρισημότητα και δόξα επίγεια. Κι όμως όλοι αυτοί μετά το θάνατό τους ξεχνιούνται. Εν αντιθέσει με αυτούς υπάρχει ένα πρόσωπο που γεννήθηκε χωρίς να έχει υψηλούς στόχους στη ζωή του, χωρίς να έχει πλούτη και δόξα επίγεια. Τούτο το πρόσωπο τιμάμε σήμερα και θα το τιμάμε αιωνίως, διότι έχει ξεχωριστή θέση στην εκκλησία μας και στην καρδιά μας. Το γλυκύτατο πρόσωπο της Παντανάσσης Μαριάμ, της οποίας την κοίμηση εορτάζουμε.
Είναι χιλιοειπωμένο και μυριογραμμένο ότι, η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ονομάζεται και «Πάσχα του καλοκαιριού». Γιατί όμως; έχει σίγουρα τις ομοιότητες της με αυτό που ζήσαμε προ μηνών. Πάσχα σημαίνει (ως γνωστό) πέρασμα. Είναι δηλαδή η γιορτή, άλλη μια ευκαιρία να ανανεώσουμε τις πνευματικές μας δυνάμεις, ώστε να τολμήσουμε την φυγή μας από τα μίζερα και χαμερπή και να καταφύγουμε στα χαρούμενα και αισιόδοξα. Χωρίς αυτό να φέρει τον ωχαδελφισμό, την παραίτηση, την μοιρολατρία ή την απογοήτευση.
Δεν είμαστε οι χαζοχαρούμενοι της κοινωνίας, αλλά οι ελπιδοφόροι της Εκκλησίας. Ποιές είναι οι ομοιότητες των δύο περασμάτων;
Και τα δύο έχουν ανάλογη νηστεία, ως μέσον εγκράτειας και ποτέ ως βασανιστήριο και αφορμή να καταστήσουμε πεινασμένους τους χριστιανούς. Το μέτρο στα φαγητά, θα είναι αφορμή να βάλουμε μέτρο, μέχρι εκμηδενισμού, στις αστοχίες, μας και στις αδυναμίες μας, μία απ΄αυτές μπορεί να είναι και το φαγητό, πρώτα ως ποσότητα και ύστερα ως ποιότητα.
Στην Εκκλησία ο θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δεν λέγεται θάνατος ή τελευτή. Αποκαλείται «Κοίμηση». Δεν εξαντλούνται τα πάντα στο εδώ και τώρα. Υπάρχει το γεγονός της μετά του τάφου η αιώνια ζωή. Ο Χριστιανός πιστεύει ότι κοιμάται προσωρινώς, για να ξυπνήσει στην αιωνιότητα. Ο θάνατος, με την Ανάσταση του Χριστού, γίνεται ένας μεγάλος ύπνος. Αυτό το πανηγύρι, την ελπίδα της αιώνιας βασιλείας, την αγάπη μας στην Παναγία Μητέρα όλων μας, θα δούμε και μέσα από αυτή την παρουσίαση μας, τιμώντας την Κοίμηση της Θεοτόκου. Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι μια Θεομητορική εορτή των Χριστιανικών Εκκλησιών, η οποία εορτάζεται στις 15 Αυγούστου. Στην Ελλάδα γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται δε και «Πάσχα του καλοκαιριού».
Στις 15 Αυγούστου χιλιάδες πιστοί με την ψυχή γεμάτη ελπίδα και κατάνυξη, προστρέχουν στα αμέτρητα προσκυνήματα, όπου λιτανεύονται οι θαυματουργές εικόνες της Παναγίας για να μαρτυρήσουν τη πίστη τους στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεανθρώπου και να την ικετέψουν να μεσολαβήσει στον Υιό της για τη σωτηρία της ψυχής τους, αφού, σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση η Παναγία λίγο πριν τη μετάστασή της στους Ουρανούς υποσχέθηκε ότι δεν θα σταματήσει να φροντίζει για όλον τον κόσμο και θα γίνει η μεσίτρια στον Υιό της για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Η Παναγία ήρθε σε αυτήν τη ζωή χωρίς να έχει δικούς της στόχους και δικό της θέλημα.  Η Παναγία δεν έζησε μια ζωή άνεσης και καλοπέρασης, αλλά έζησε μέσα στην φτώχεια, στην αφάνεια, με  προσευχή, με διωγμό.Επίσης έζησε έχοντας ως βίωμά της τον πόνο διότι είδε να καταδιώκουν τον Υιό της ο Ηρώδης, οι αρχιερείς, οι γραμματείς οι Φαρισαίοι, ακόμη και οι πατριώτες του οι Ναζαρηνοί.
   Όμως ο μεγαλύτερος πόνος για την Παναγία μας ο οποίος διεπέρασε την καρδιά της ως ρομφαία ήταν εκείνος που εβίωσε όταν είδε τον Υιό της στο σταυρό. Αξίζει δε να τονιστεί ότι όλους αυτούς τους πόνους η Παρθενομήτωρ τους αντιμετώπισε χωρίς γογγυσμούς, αλλά με μεγάλη υπομονή και ακακία.
Η Παναγία μας υπενθυμίζει με την Κοίμηση Της ότι, εκεί που φαίνεται ότι υπάρχει και μας περιμένει ένα τέλος, στήν ουσία βιώνουμε μια αρχή, χαρμόσυνη και αιώνια. Καλό δεκαπενταύγουστο λοιπόν, καλή Παναγιά!

Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

αναρτήθηκε σε: Ψυχωφελή κείμενα

ΥΨΙΣΤΗ ΘΗΛΥΚΗ ΑΡΧΗ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ...


Με αφορμή τη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου γράφω αυτό το άρθρο για την Ύψιστη Θηλυκή Αρχή, την Μητέρα του Κόσμου σύμβολο της οποίας αποτελεί και η Παναγία της Χριστιανοσύνης.

Είναι το μονοπάτι που οδηγεί το Γιο του Θεού στον Πατέρα, η Πύλη της Ζωής και της Ανάστασης. Κάθετι δεκτικό και παθητικό όπως η πλάση μας, η Φύση, η Γη κρύβει μέσα του τη Μητέρα του Κόσμου.

Θα την συναντήσουμε σε διάφορες αρχετυπικές όψεις, ως Ιερή Παρθένα, Αιώνια Γυναίκα, Μεγάλη Μητέρα, όλες τους αρχετυπικές όψεις της μιας και μοναδικής αρχής.

Τρεις βασικές μορφές με τις οποίες συναντάται η Ύψιστη Θηλυκή Αρχή αποτελούν, η Εύα, η Ίσιδα και η Παναγία, που αστρολογικής άποψης συνδέονται με το Ζώδιο της Παρθένου, το οποίο θεωρείται η πιο κατάλληλη έκφραση της Θηλυκής Αρχής. Και οι τρεις θεότητες, ενσαρκώνουν το συμβολισμό ολόκληρης της μορφικής φύσης, η οποία όταν μετουσιωθεί και λειτουργήσει σαν μονάδα, την ονομάζουμε προσωπικότητα. Είναι δηλαδή η έκφραση της τρίτης όψης του Θεού, του Αγίου Πνεύματος, της ενεργού νοημοσύνης, της αρχής που τρέφει το Σύμπαν.

Η Εύα είναι το σύμβολο της νοητικής φύσης και του ανθρώπινου νου, που γοητεύτηκε από τον καρπό της γνώσης και θέλησε με αυτόν να κερδίσει την εμπειρία της ενσάρκωσης.

Η Ίσιδα είναι το αντίστοιχό της στο αστρικό, συναισθηματικό πεδίο. Εκφράζει την επιθυμία για εκδήλωση και καθιέρωθηκε σαν θεά της γονιμότητας, της μητρότητας και της φύλαξης των παιδιών.

Η Παρθένος Μαρία είναι εκείνη που ανέλαβε την τελική διαδικασία και γείωσε τις λειτουργίες στο φυσικό επίπεδο γεννώντας το Χριστό.
Η λέξη παρθένα στους μυστηριακούς ναούς σήμαινε τη γυναίκα που δεν ανήκει σε κανένα άντρα. Ο ρόλος της ήταν να μεσολαβεί ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Μία άλλη έννοια της λέξης παρθένα είναι «εκείνη που ανήκει στον εαυτό της». Η Ίσιδα είχε συλλάβει τον Ώρο δίχως να γονιμοποιηθεί από άντρα. Εδώ συναντάμε μία από τις πιο μεγάλες παραδόσεις της άμωμης σύλληψης την οποία τη συναντάμε και στη γέννηση του Ήφαιστου από την Ήρα, στη γέννηση του Κρίσνα από τη Δεβάκι και φυσικά στην γέννηση του Χριστού από την Παναγία, σαν ένα σύμβολο θεικής αυτάρκειας. Η ιδέα της Παρθένου συνδεέται επίσης με την υψηλή ιδέα της θυσίας, ένα ιδανικό που πραγματικά λείπει από την σύγχρονη κοινωνία και ζωή αν και στην αρχαιότητα ήταν η βάση για τις πιο μεγάλες λατρείες που εμφανίστηκαν στη Γη.

Από τη μια μεριά λοιπόν έχουμε το Θείο Πρότυπο που αντανακλάται στη γήινη πραγματικότητα και από την άλλη την προσπάθεια του ανθρώπου, της γήινης φύσης, μέσα από την λατρεία και την ταύτιση με το Πρότυπο να ανυψωθεί σε ανώτερα πνευματικά επίπεδα, και το μέσο είναι πάντα η Θηλυκή Αρχή.

Είναι η Μεγάλη Ιέρεια, η κοινωνός ανάμεσα στον Πνεύμα και την Ύλη.

Η Γυναίκα μέσα από την πνευματικής της τελειότητα, το αρχετυπικό της μεγαλείο, δείχνει το δρόμο της αυτοθυσίας, της ικανότητας, για σύλληψη και γέννα, της ικανότητας για τροφή είναι αυτή που βοήθησε και βοηθάει την ανθρωπότητα. Είναι ο εκφραστής της Αγάπης, της μεγάλης αυτής ιερής δύναμης που μπορεί να μετατρέψει σε αρμονική και δημιουργική της σχέση μεταξύ της Θηλυκής και Αρσενικής όψης, της κύριας νότας που προβάλλει έντονα την ανάγκη επίτευξης ορθών σχέσεων με όλα τα βασίλεια της φύσης, ανθρώπινο, ζωικό, φυσικο και ορυκτό.

Την εποχή της Ίσιδας, οι γυναίκες κρατούσαν τη σειρά της καταγωγής και της διαδοχής. Ήταν η εποχή του Μητρικού Γένους. Τότε οι άνθρωποι έβλεπαν με ιδιαιτερότητα το θηλυκό φύλο, γιατί είχαν άγνοια της λειτουργίας της σύλληψης και πίστευαν ότι οι γυναίκες συλλάμβαναν με τη δική τους θέληση. Χρειάστηκε πρώτα να πιστέψουν σε μία θεική δύναμη που τις γονιμοποιούσε, για να μπορέσουν τελικά να συνειδητοποιήσουν την αναγκαιότητα της συνύπαρξης και των δύο φύλων για το πέρασμα στον υλικό κόσμο μιας καινούργιας ζωής. Η Γυναίκα ήταν εκείνη την εποχή ο κύριος ρυθμιστής των ανθρωπίνων σχέσεων. Καθώς όμως νέες ιδέες και γνώση ερχόταν στον κόσμο, η κοινωνία άρχισε να αποσταθεροποιείται. Οι άντρες άρχισαν να υποστηρίζουν την εξουσία του Πατέρα Θεού πάνω στην Μητέρα Θεά. Παρόλο όμως που η γυναίκα μπήκε στο περιθώριο, κράτησε το ρόλο της και εκδήλωσε την παρουσία της σε κάθε θρησκεία και παράδοση. Η Θηλυκή Αρχή δεν νεκρώθηκε. Με το πέρασμα των αιώνων η αλήθεια της Θηλυκής Αρχής ευγενικά πέρασε στις συνειδήσεις των ανθρώπων, είτε μέσα από τις δρυϊδικές λατρείες, είτε μέσα από τη θρησκεία με την Παρθένο Μαρία.

Η Μητέρα του Κόσμου βρίσκεται τελικά παντού, πλαταίνει καλύπτοντας όλο τον κόσμο, συντηρώντας τον, διατηρώντας τον σε συνοχή και σε τέλεια λειτουργία. Είναι ο ρυθμός, η αρμονία, η κίνηση που επαναλαμβάνεται. Είναι αυτή που βρίσκεται πίσω από κάθε δημιουργία, είναι η αιώνια νύκτα, η Νουτ, η Γαία. Το ξεκίνημα κάθε κοσμογονίας. Είναι η ίδια η φύση με τη διαρκή της ανακύκλωση. Είναι η ίδια θεά Δήμητρα με την κόρη της Περσεφόνη, η εξωτερική και εσωτερική όψη του ίδιου πράγματος.

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΔΑΜΑΣΤΑΣ.




Φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Γενεσίου της Θεοτόκου Δαμάστας.

Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, η Εικόνα ήρθε στὴν Ελλάδα από τὴν πόλη τής Δαμασκού τής Συρίας, γενέτειρα τού μεγάλου πατέρα καὶ Αγίου τής Εκκλησίας μας Ιωάννου τού Δαμασκηνού κατά των περίοδο τής Εικονομαχίας, τον 8ο - 9ο αιώνα.

Η μονή της Δαμάστας
πηγή φωτογραφίας: geolocation.ws
Την περίοδο αυτή, οι φοβεροί διωγμοί των εικονομάχων ανάγκασαν αρκετούς ορθοδόξους να ζητήσουν καταφύγιο σε ασφαλή μέρη στην Ελλάδα και μαζί τους έφεραν και τις ιερές εικόνες τους πού τόσο τιμούσαν και ευλαβούνταν.

Μία από αυτές τις εικόνες ήτανε και η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας πού φιλοξενήθηκε στις πλαγιές τού όρους Καλλιδρόμου.

Υπάρχουν δύο εκδοχές όσον αφορά την ονομασία της εικόνας. Αρχικά ονομάστηκε «Παναγία η Δαμάσκα», αλλά με την πάροδο τού χρόνου και των παραφθορά τής λέξης προέκυψε η λέξη «Δαμάστα».
Το μαρμάρινο προσκυνητάρι της θαυματουργής
εικόνας της Παναγίας Δαμάστας, στην Μονή
φωτογραφία: proskynitesimdamastas.blogspot.gr
Η δεύτερη πιθανή εκδοχή θέλει την ονομασία να σχετίζεται με το ετυμολογικό της περιεχόμενο: Η λέξη «Δαμάστα» παρήχθη από τὸ ρήμα «δαμάζω», εξαιτίας της θαυματουργικής αιτιότητας τής Εικόνας της Θεοτόκου να «δαμάζει» τον ανθρώπινο πόνο και τις ποικίλες ασθένειες των ανθρώπων πού κατέφευγαν σε αυτήν. Έτσι, η εικόνα, και συνεκδοχικά και η Μονή, προσέλαβε την ιδιαίτερη προσωνυμία «Δαμάστρα», που με την πάροδο τού χρόνου έγινε «Δαμάστα».
Τα θαύματα της εικόνας τής Παναγίας Δαμάστας είναι πολλά, αξίζει όμως να αναφερθούν δύο χαρακτηριστικά.
Α) Το 1958 η κα Βασιλικὴ Μαλισσόβα από την Μενδενίτσα διηγήθηκε σὲ μί Μοναχὴ την εξής μαρτυρία τής γιαγιάς της:
Η περιοχὴ ζούσε μεγάλες στιγμὲς τής Επανάστασης. Η γιαγιά μου ήταν δεκάχρονο κοριτσάκι και είχε καταφύγει μαζὶ μὲ τοὺς γονείς της καὶ άλλους συγχωριανούς, ποὺ φοβόντουσαν τοὺς Τούρκους, στὸ μοναστήρι τής Δαμάστας.
Μια μέρα οι Τουρκαλβανοί ανέβηκαν στο μοναστήρι για να εκδικηθούν τον άμαχο πληθυσμό πού βοηθούσε τούς αγωνιστές. Όταν οι συγκεντρωθέντες Έλληνες είδαν τα στρατεύματα τού Ομέρ Βρυώνη νὰ πλησιάζουν, εγκατέλειψαν το μοναστήρι καὶ ζήτησαν καταφύγιο στις απόκρημνες περιοχὲς τού Καλλιδρόμου.
Λεπτομέρεια της εικόνας
Διακρίνονται τα πρόσωπα της Παναγίας και του Χριστού
Ο καθένας έπαιρνε και ένα σκεύος από τα πιο χρήσιμα και προπαντὸς από τα ιερά σκεύη τού Καθολικού. 

Κάποιος πήρε το Άγιο Ποτήρι για να το διασώσει από την βεβήλωση, αλλά πάνω στην μεγάλη σύγχυση το σκεύος ξεχάστηκε στον πρόναο τού Καθολικού. Όταν κρύφτηκαν ψηλὰ στ0 Καλλίδρομο, θυμήθηκαν το ξεχασμένο Άγιο Ποτήριο. 

Οι Τούρκοι όμως ήταν ήδη στὸ μοναστήρι. Μιὰ μικρὴ τότε φώναξε: «Παναγιά μου Δαμάστα, εγώ θὰ πάω νὰ πάρω τὸ Άγιο Ποτήριο. Εσύ, σὲ παρακαλώ, κρύψε με από τὰ μάτια των Τούρκων».

Η μικρὴ κατέβηκε στὸ μοναστήρι καὶ σὰν νὰ ήταν αόρατη πέρασε μπροστὰ από τοὺς Τούρκους, πήρε τὸ Άγιο Ποτήρι καὶ ανενόχλητη ανέβηκε στὸ βουνό. Η Παναγία είχε κάνει τὸ θαύμα της καὶ τὸ Άγιο Ποτήριο διασώθηκε από σίγουρη βεβήλωση των Τούρκων».

Το εσωτερικό του εντυπωσιακού Καθολικού της Μονής Δαμάστας
Β) Στὴν Ιτέα, τὸ 1985, μια γιαγιὰ σήκωνε τὸ δικό της σταυρό: Ο γιος της μαζί με τη σύζυγό του είχαν φύγει και ζούσαν στὴν Αθήνα, έχοντας εγκαταλείψει τὸ μικρό τους αγοράκι στὴ γιαγιά του και ταυτόχρονα αρνούνταν πεισματικά νὰ επιτρέψουν τὴ βάπτισή του.

Τὸ αγοράκι στὰ πέντε του χρόνια αρρώστησε πολὺ βαριά. 

Τὸ πήγαν στὸ νοσοκομείο τῆς Άμφισσας, αλλά εκεί οι γιατροὶ είπαν πὼς ήταν ήδη πολύ αργά, τὸ παιδὶ είχε πεθάνει.

Η γερόντισσα επέμενε νὰ πραγματοποιηθεί νεκροψία για να μάθει από τι πέθανε ὁ εγγονός της, αλλά οι γιατροί τής είπαν πως νεκροψία μπορούσε νὰ γίνει μόνο στὸ νοσοκομείο τής Λαμίας. 

Πήρε λοιπόν η γιαγιά τὴν απόφαση νὰ μεταφέρει τη σωρό του άτυχου παιδιού στὴ Λαμία.

Μόλις έφτασαν στὴν διασταύρωση τού δρόμου τής Μονής Δαμάστας, η γερόντισσα θυμήθηκε πὼς ήταν 8 Σεπτεμβρίου καὶ τὸ μοναστήρι πανηγύριζε.

Το καθολικό της Μονής Δαμάστας
Είπε τότε στὸν οδηγό νὰ κάνουν μιὰ παράκαμψη καὶ νὰ ανέβουν στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ προσκυνήσουν.

Ανεβαίνοντας, οι αστυνομικοί σταμάτησαν τὸ ταξί καὶ δὲν τού επέτρεπαν νὰ συνεχίσει λόγω τής μεγάλης πολυκοσμίας.

Η γιαγιὰ τότε βγήκε από τὸ όχημα, γονάτισε καὶ μὲ δακρυσμένα μάτια παρακάλεσε τὴν Παναγία νὰ κάνει καὶ σὲ αυτή τὸ θαύμα της.

Αφού τελείωσε τὴν προσευχή της, μπήκε πάλι στὸ ταξί και ξεκίνησαν γιὰ τὴ Λαμία. Δὲν είχαν προχωρήσει διακόσια μέτρα όταν τὸ αγοράκι, κατά θαυμαστό τρόπο, σηκώθηκε όρθιο καὶ φώναξε: «Γιαγιά, ἡ Παναγιά, η Παναγία μὲ κρατάει από τὸ χέρι».

Τὸ αγοράκι είχε επανέλθει στὴ ζωή! Οι γονείς του παιδιού μόλις πληροφορήθηκαν τα θαυμαστὰ γεγονότα, επέστρεψαν στὸ σπίτι και βάπτισαν τὸ παιδὶ στὴν Ιερὰ Μονὴ Δαμάστας.

Η μονή Δαμάστας βρίσκεται στις βορινές πλαγιές του Καλλίδρομου όρους σε υψόμετρο 740 μέτρων και σε απόσταση 23 χιλιόμετρα από την Λαμία.
http://greekorthodoxreligioustourism.blogspot.gr/2017/02/blog-post.html?spref=fb

Το εικόνισμα της Παναγίας Αληθινή απίστευτη συγκλονιστική Ιστορία





Παναγιά ΠρουσιώτισσαΠΑΝΑΓΙΑ-ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΑ (1)O γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν.Μ’αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.

Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε. Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του….. Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του.

Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του…… ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι ‘έφτασε μπροστά στο σπίτι…..

Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε.”Έλα παιδί μου, τι θέλεις;” τον ρώτησε στα τούρκικα…

Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του…“Κάλως όρισες” του είπε ελληνικά. “Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα” ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ´ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.

Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε. Γεννήθηκα σ´ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας.Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Ο Αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός περι της Παναγίας Θεοτόκου


ΘΕΟΤΟΚΟΣ
Από τον πνευματικόν πατέρα μου παρέλαβον ότι πρέπει να θέτωμεν «φυλακήν τω στόματι» ημών όταν ομιλώμεν περί των μυστηρίων του Χριστού. Πόσω μάλλον πρέπει να κάνωμεν τούτο όταν ομιλώμεν περί του «μυστηρίου των μυστηρίων» του Χριστού περί της Παναγίας και Υπερευλογημένης Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μητρός Του. Εάν ο θεόπτης Μωϋσής με φόβον και έντρομος «ευλαβείτο κατεμβλέψαι» ενώπιον της αφλέκτου βάτου, που ήτο μόνον η «σκιά της αληθείας», σκιά της αληθινής Βάτου, της Παναγίας Θεοτόκου, τι άλλο να κάνωμεν ημείς οι αμαρτωλοί και ανάξιοι, όταν πρόκειται να ομιλήσωμεν δια την Παναγίαν Θεοτόκον, παρά να προσευχώμεθα πρώτον ταπεινά μαζί με όλον το πλήρωμα της Εκκλησίας του Χριστού, έχοντας τους αγίους υμνωδούς μας ως κανονάρχας και τελετάρχας:
Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου·
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου·
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον·
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»1.

Περί της Παναγίας Θεοτόκου ωμίλησαν και έγραψαν πολλοί άγιοι Πατέρες και υμνωδοί της Εκκλησίας του Χριστού. Ένας από τους πιο μεγάλους Πατέρας και υμνωδούς της Εκκλησίας, που εξύμνησε την Υπεραγίαν Θεοτόκον «όσον εφικτόν» ήτο εις τους ανθρώπους («το γαρ προς αξίαν ανέφικτον», Β΄, 14), είναι ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η χρυσόρροος λύρα του Παναγίου Πνεύματος, το θεόπνευστον στόμα του Λόγου2, ο «ορθότομος λάτρης της Αγίας και Ασυγχύτου Τριάδος»3. Αλλά και προ του αγίου Δαμασκηνού και μετά τον Δαμασκηνόν έχομεν επίσης πολλούς Πατέρας οι οποίοι ωμίλησαν και έγραψαν περί της Μητρός του Σωτήρος Χριστού. Όλοι αυτοί ήσαν συγχρόνως και ποιηταί - υμνογράφοι της Εκκλησίας, γεγονός το οποίον μαρτυρεί ότι εις την Πανύμνητον Θεοτόκον αρμόζει μάλλον «θείος και ιερός ύμνος» και αίνος (Α΄, 5· Δ΄, 4), λόγος δηλαδή δοξολογικός, διότι τα μυστήριά της είναι «πάντα υπέρ έννοιαν, πάντα υπερένδοξα»4, και ουδείς απλός λόγος θα εξαρκέση προς ύμνον των «μεγαλείων» της, τα οποία «εποίησεν αυτή ο Δυνατός» (Λουκ. 1, 42). Προ του Δαμασκηνού οι άγιοι Γρηγόριος ο Θεολόγος και Εφραίμ ο Σύρος, Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως και Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μόδεστος και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων, Ανδρέας Ιεροσολυμίτης και Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, και μετά τον Δαμασκηνόν οι Θεόδωρος ο Στουδίτης, Φώτιος ο Πατριάρχης, Συμεών ο Νέος Θεολόγος και οι τρεις βυζαντινοί Παλαμάς, Θεοφάνης Νικαίας και Καβάσιλας, - όλοι αυτοί έγραψαν λόγους εις την Παναγίαν, οι οποίοι είναι ποιήματα θεόπνευστα και «ύμνοι θεοπρεπείς», μεγαλυνάρια και ωδαί πνευματικαί μιας ακαταπαύστου και διαρκούς τελετής και εορτής5 της Θεοτόκου.
Και έτσι έπρεπε ασφαλώς να γίνη, διότι εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν ζη διαρκώς μία αληθής περί Παναγίας Θεοτόκου παράδοσις, επί κεφαλής της οποίας ίσταται ως «χορίαρχος»6 και τελετάρχης ο «Άγγελος Πρωτοστάτης» (Γ, 16), ο οποίος εκ της Παναγίας Τριάδος7 «ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»8. Το «Χαίρε» αυτό, που συνοψίζει ολόκληρον το χαρμόσυνον άγγελμα («ευ-αγγέλιον») της ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού, έγινε εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν παντοτινή παράδοσις, όπως ακριβώς το επροφήτευσεν η Παναγία Θεοτόκος: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί» (Λουκ. 1, 48· Πρβλ. Β΄, 9).
Αλλά ο μακαρισμός αυτός και η δοξολογία της Θεοτόκου εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν δεν είναι μόνον «ιερός ύμνος», είναι ταυτοχρόνως και θεολογία, δηλαδή ορθή «δόξα» και ορθός «λόγος» περί των αρρήτων μυστηρίων του Θεού μέσα εις την Οικονομίαν της σωτηρίας τα οποία επραγματοποιήθησαν δια της Παναγίας. Διότι και ο Θεός και η Παναγία δεν δοξάζεται, ει μη με την ορθο-δοξίαν. Δια τούτο εις την ποίησιν και την υμνολογίαν της Εκκλησίας και εις τους υμνολογικούς και πανηγυρικούς λόγους των αγίων Πατέρων μας ευρίσκομεν προ παντός τα ορθόδοξα δόγματα. Έτσι και οι περί Παναγίας πατερικοί λόγοι και ομιλίαι και ύμνοι αποτελούν μίαν δογματικήν παράδοσιν. Αυτό ισχύει κατ΄ εξοχήν δια τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, του οποίου έχομεν ενώπιόν μας τας τέσσαρας Θεομητορικάς Ομιλίας. Δι΄ αυτό, παρ΄ όλον ότι τα κείμενα των Ομιλιών αυτών έχουν μορφήν ποιητικήν, παρακαλείται ο αναγνώστης να προσέξη ιδιαιτέρως εις την θεολογίαν των. Δια να τον διευκολύνωμεν θα δώσωμεν, μετά σύντομον παρουσίασιν του Βίου το Δαμασκηνού, σύνοψιν της διδασκαλίας του περί Παναγίας Θεοτόκου βάσει των Ομιλιών αυτών και των υπολοίπων έργων του· εν συνεχεία θα σχολιάσωμεν πολλά εκ των χωρίων των Ομιλιών, δια να έλθη ακριβώς εις φως ο «Ορθόδοξος πλουτισμός» της θεολογίας9 του.