Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.




Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.
Ερμηνευτικό σχόλιο στον Κανόνα του Ακαθίστου.

Αρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου
Πρ. Ιερού Ναού Τιμίου Σταυρού Πειραιώς.
Εν Πειραιεί τη 1η Απριλίου 2016.
Όπως είναι γνωστό, η Εκκλησία μας από αρχαιοτάτων χρόνων καθιέρωσε να ψάλλεται πανηγυρικά η ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου, ή των Χαιρετισμών, που είναι αφιερωμένη στην Παναγία, κάθε χρόνο την πένθιμη και κατανυκτική περίοδο της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις Παρασκευές των πέντε εβδομάδων των νηστειών, τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές τμηματικά και την πέμπτη ολόκληρη. Στο πρώτο μέρος της ακολουθίας αυτής ψάλλεται πάντοτε ο λεγόμενος Κανόνας του Ακαθίστου. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε με τις πρεσβείες της Υπεραγίας Θεοτόκου και την βοήθεια καταξιωμένων διδασκάλων της πίστεώς μας, να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά τα τροπάρια της πρώτης Ωδής του εν λόγω Κανόνος. 
Κατ’ αρχήν να πούμε λίγα εισαγωγικά γύρω από τον εν λόγω Κανόνα.  Όπως είναι γνωστό, η εκκλησιαστική ποίηση ήδη από τον 8ο μ.Χ. αιώνα καθιέρωσε το είδος εκείνο της εκκλησιαστικής υμνογραφίας που λέγεται Κανόνας και που αποτελείται από εννέα ωδές. Η κάθε ωδή ξεκινάει με τον ειρμό, που ονομάζεται έτσι, επειδή είρει, δηλαδή συνδέει στον τρόπο της ψαλμωδίας και τα υπόλοιπα τροπάρια της ωδής. 
Ο ειρμός λοιπόν της πρώτης ωδής αναφέρει: «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται Πνεύματος και λόγον ερεύξομαι τη βασιλίδι Μητρί, και οφθήσομαι φαιδρώς πανηγυρίζων και άσω γηθόμενος ταύτης τα θαύματα». Δηλαδή θα ανοίξω το στόμα μου και θα γεμίσει από το Πνεύμα του Θεού, και θα απευθύνω λόγο προς την βασίλισσα Μητέρα του Θεού, και θα με δουν να πανηγυρίζω με χαρά τα θαυμαστά μεγαλεία της. Ο υμνογράφος νιώθει βαθιά την ανάγκη να ανοίξει το στόμα του και να ψάλει, να υμνήσει την Παναγία. Επιθυμεί να εκφράσει την χαρά που αισθάνεται μέσα του με ύμνους. Η χαρά που αισθάνεται όμως δεν είναι απλοί ανθρώπινοι συναισθηματισμοί. Είναι η χαρά που πηγάζει από το Πνεύμα του Θεού, επειδή και η ψυχή του είναι γεμάτη με Πνεύμα άγιο. Έχει τον πόθο να τραγουδήσει στην μητέρα του ουρανού και της γης, μ’ εκείνους τους ύμνους με τους οποίους την υμνούν οι άγγελοι. Θέλει να τραγουδήσει με πολλή πνευματική ευφροσύνη τα αμέτρητα θαύματά της και τις ευεργεσίες της.
«Χριστού βίβλον έμψυχον, εσφραγισμένην σε Πνεύματι, ο μέγας Αρχάγγελος, Αγνή θεώμενος, επεφώνει σοι, Χαίρε χαράς δοχείον, δι' ης της Προμήτορος αρά λυθήσεται». Δηλαδή βλέποντάς  Σε ο μέγας αρχάγγελος Γαβριήλ να είσαι ένα έμψυχο βιβλίο, στο οποίο γράφτηκε ο Χριστός, σου εφώναζε, Χαίρε δοχείο της χαράς, δια της οποίας θα καταργηθεί η κατάρα που επιβλήθηκε από τον Θεό στην προμήτορα Εύα. Εδώ ο υμνογράφος παρομοιάζει την ανθρώπινη φύση της Παναγίας με έμψυχο βιβλίο. Και όπως στα βιβλία καταχωρούνται  και καταγράφονται οι λόγοι των ανθρώπων σε γραπτή μορφή, έτσι και σ’ αυτό το έμψυχο βιβλίο, το πανάχραντο σώμα της Θεοτόκου καταγράφτηκε, καταχωρήθηκε, όχι ανθρώπινος λόγος, αλλά ο Θεός Λόγος, (με κεφάλαιο το λάμδα), δηλαδή προσέλαβε ο Υιός του Θεού την ανθρώπινη φύση, με την οποία ενώθηκε υποστατικά. Το μεγάλο αυτό θαύμα έγινε απ’ ευθείας με τη δημιουργική ενέργεια του αγίου Πνεύματος, χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια, που είναι απαραίτητη στην βιολογική διαδικασία της ανθρώπινης συλλήψεως. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο υπηρέτης του θαύματος, είχε σταλεί από τον Θεό για να μεταφέρει το χαρμόσυνο μήνυμα στην ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ. Το θαύμα που αντίκρυζε ο αρχάγγελος ήταν μεγάλο και παράδοξο. Από την μια μεριά έβλεπε μια κόρη πάναγνη, να αστράφτει από αρετές και χαρίσματα, που υπερέβαιναν και αυτήν την άυλη φύση του και από την άλλη έβλεπε τον πλάστη του και δημιουργό όλης της κτίσεως, Αυτόν που κρατάει στην παλάμη του τα σύμπαντα, να σμικρύνεται τόσο πολύ, ώστε να χωρέσει στην μήτρα της Παρθένου. Μη  μπορώντας δε να κατανοήσει το ακατανόητο, ξέσπασε στον ύμνο της χαράς, που κυριαρχούσε στην άυλη φύση του και έλεγε: Χαίρε κόρη πανύμνητε που είσαι το δοχείο της χαράς τόσο του ουρανού, δηλαδή των νοερών αγγελικών δυνάμεων, όσο και της γης, των ανθρώπων που ζουν μέσα στην οδύνη και τον πόνο, στη φθορά και τον θάνατο. Και ποιός είναι ο λόγος της τόσο μεγάλης χαράς; Διότι στη σκηνή σου την θεοχώρητη και πνευματοΰφαντη θα καταργηθεί η κατάρα της προμήτορος, η κατάρα που προήλθε από την παρακοή της Εύας, στην εντολή, την οποία έλαβε από τον Θεόν και την οποία τόσο απερίσκεπτα και επιπόλαια καταπάτησε. Η κατάρα αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στο πρόσωπό της, αλλά επεκτάθηκε σαν μια βαριά κληρονομιά και γέμισε με δάκρυα και στεναγμούς όλο το γένος των ανθρώπων.  
«Αδάμ επανόρθωσις, χαίρε Παρθένε Θεόνυμφε, του Άδου η νέκρωσις, χαίρε πανάμωμε, το παλάτιον, του μόνου Βασιλέως. χαίρε θρόνε πύρινε, του Παντοκράτορος». Χαίρε συ Παρθένε, που είσαι η επανόρθωση του Αδάμ και η νέκρωση του Άδη. Χαίρε συ, που είσαι το αστραφτερό παλάτι του μόνου βασιλέως και Θεού, ο πύρινος θρόνος όπου κάθεται ο παντοκράτωρ Κύριος. Στην υπόθεση του ύμνου της χαράς συμμετέχει τώρα και ο Αδάμ. Με τον ασπασμό του αγγέλου δεν λυτρώνεται μονάχα η Εύα, που πρωτοστάτησε στην τραγωδία της Εδέμ, αλλά και ο Αδάμ,  που συνήργησε στο φοβερό εκείνο δράμα. Και οι δυο τους, Αδάμ και Εύα, συμμετείχαν στην τραγική εκείνη περιπέτεια. Και οι δυο τους ήπιαν το πικρό ποτήρι του θανάτου. Και από τότε γύρω από αυτούς εκτυλίσσεται η τραγική υπόθεση της υπάρξεως, ο θάνατος και η ζωή. Δια της Παρθένου πραγματοποιείται η επανόρθωση και του Αδάμ. Το δράμα της αρχαίας Εδέμ βρίσκει την λύση του στη νέα Εδέμ της Χάριτος, στην Παναγία. Η ανθρώπινη φύση που εξ’ αιτίας της πτώσεως έχασε την δόξα της αφθαρσίας και αθανασίας, την  ομορφιά και το κάλος της, αναστηλώνεται τώρα, βρίσκοντας την παλαιά της ευγένεια, την προπτωτική της καθαρότητα και ομορφιά στην θεοχώρητη μήτρα της Παρθένου. 
Το θαύμα της Θεοτόκου είναι συγχρόνως και η νέκρωση του Άδη. Η επανόρθωση των πρωτοπλάστων δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτούς, αλλά επεκτείνεται και σ’ όλο το ανθρώπινο γένος. Ο Άδης που κρατούσε επί αιώνες δέσμιες τις ψυχές των κεκοιμημένων, τώρα χάνει την δύναμη του, νεκρώνεται με την σταυρική θυσία του Κυρίου και την θεόσωμο ταφή του. Αυτή την μεγάλη αλήθεια ψάλει η Εκκλησία μας στο γνωστό αναστάσιμο τροπάριο: «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον, η ζωή η αθάνατος, τότε τον Άδην ενέκρωσας, τη αστραπή της θεότητος· ότε δε και τους τεθνεώτας εκ των καταχθονίων ανέστησας, πάσαι αι Δυνάμεις των επουρανίων εκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστέ, ο Θεός ημών, δόξα σοι». Όταν κατέβηκες στο βασίλειο του θανάτου, Εσύ που είσαι η ζωή η αθάνατος, τότε ενέκρωσες τον Άδη με το φως της Θεότητός σου. Όταν δε ανέστησες και τους νεκρούς από τα έγκατα της γης, τότε πανηγύριζαν με χαρά και όλες οι επουράνιες δυνάμεις των αγγέλων. 
Η Παναγία είναι ακόμη και το παλάτιο του βασιλέως Χριστού, το καθαρό και άμωμο, διότι σ’ αυτήν  ευδόκησε να κατοικήσει ο Κύριος και να προσλάβει την ανθρώπινη φύση. Είναι επίσης και ο θρόνος ο πύρινος, ο φλογισμένος από την φωτιά του Θεού και από την άκτιστη ενέργεια του αγίου Πνεύματος, πάνω στον οποίον κάθεται εξουσιαστικά ο ποιητής και λυτρωτής του σύμπαντος.
«Ρόδον το αμάραντον, χαίρε, η μόνη βλαστήσασα· το μήλον το εύοσμον, χαίρε η τέξασα, το οσφράδιον του πάντων Βασιλέως. Χαίρε απειρόγαμε κόσμου διάσωσμα». Χαίρε συ που από την θεοχώρητη μήτρα σου βλάστησε το ρόδο, το τριαντάφυλλο, που δεν μαραίνεται. Συ που γέννησες το μήλο που μοσχοβολάει. Συ που είσαι η ευωδία του βασιλέως των όλων. Χαίρε συ που έγινες μητέρα χωρίς να γνωρίσεις γάμο. Συ που είσαι η σωτηρία του κόσμου. Στο τροπάριο αυτό ο υμνογράφος, προσπαθεί να εισχωρήσει στο απόρρητο μυστήριο της ασπόρου συλλήψεως της Θεοτόκου. Αλλά ποιός μπορεί να εννοήσει το απερινόητο και να αποκαλύψει το απόκρυφο και ακατάληπτο; Μήπως και ο μέγας εκείνος προφήτης, ο Μωϋσής, μπόρεσε να κατανοήσει το μυστήριο της βάτου που καιγόταν, αλλά δεν καταφλεγόταν; Μη μπορώντας λοιπόν ο υμνογράφος να ερμηνεύσει το θαύμα, καταφεύγει στο φυσικό περιβάλλον.  Χρησιμοποιεί την εικόνα του ρόδου. Το ρόδο, δηλαδή το τριαντάφυλλο, είναι το λουλούδι εκείνο που έχει το ωραιότερο άρωμα. Η Παναγία είναι η Τριανταφυλλιά, απ’ όπου βλάστησε το Τριαντάφυλλο, που λέγεται Χριστός. Ο Χριστός είναι «το ρόδον το αμάραντον». Όποιος πλησιάζει το Χριστό, αισθάνεται μία ουράνια ευωδία. Αλλά και όσοι έχουν μέσα τους τον Χριστό μεταδίδουν αυτή την ευωδία, σύμφωνα με τον λόγο του απόστολου Παύλου: «Χριστού ευωδία εσμέν τω Θεώ εν τοις σωζομένοις» (Β΄ Κορ. 2,15). Περισσότερο όμως από όλους τους αγίους μεταδίδει αυτή την ευωδία η Παναγία μας, σε όσους βέβαια έχουν πνευματικά αισθητήρια για να νοιώσουν αυτή την ευωδία.  
Όλα τα λουλούδια της γης, και τα ωραιότερα ακόμη, είναι μολυσμένα από τον ρύπο της αμαρτίας. Μόνο ένα λουλούδι είναι απόλυτα αμόλυντο: Ο Ιησούς Χριστός. Και αυτό γιατί γεννήθηκε από Παρθένο, που υπερέβαινε σε αγιότητα και καθαρότητα κάθε ανθρώπινη φύση. Ο Θεός έψαχνε να βρει ευωδία στον κόσμο, μα δεν υπήρχε πουθενά. Παντού κυριαρχούσε η δυσοσμία της αμαρτίας. Και ξαφνικά, εκεί που έψαχνε, βρίσκει ένα λουλούδι, μια τριανταφυλλιά. Ήταν η Παναγία, το «ρόδον το αμάραντον», που φανερώνει το αμόλυντον και καθαρόν της Παρθένου από κάθε σαρκικό μόλυσμό.  Ήταν μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο η Παναγία, χωρίς μολυσμό, πεντακάθαρη. Τριαντάφυλλο, φυτρωμένο στην άκαρπη και άγονη γη της  στείρας Άννας. Την είδε ο Θεός και οσφράνθηκε το άρωμα της αρετής της. Γι’ αυτό λέγεται «το οσφράδιον του πάντων Βασιλέως».
Όλα τα λουλούδια κάποτε μαραίνονται. Και μάλιστα γρήγορα. Και η ζωή του ανθρωπου είναι ένα λουλούδι που μαραίνεται. «Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει» (Ψαλμ.102,15), λέει ο προφήτης Δαυΐδ. Μόνο  ένα λουλούδι επί δύο χιλιάδες χρόνια τώρα παραμένει αμάραντο και θα παραμένει στους αιώνες: Η Παναγία. Ούτε ο χρόνος μπορεί να την μαράνει. Ούτε οι βλασφημίες των ασεβών μπορούν να την μολύνουν. Αλλά και ο κάθε πιστός μπορεί να γίνει ρόδο. Πώς; Με τη μετάνοια και τη νηστεία. Ο ιερός Χρυσόστομος παρομοιάζει τη νηστεία με μύρο: «Στήθι εγγύς του νηστεύοντος και μετέλαβες αυτού ευθέως της ευωδίας· μύρον γαρ έστιν ο νηστεύων πνευματικόν, και διά των οφθαλμών, και διά της γλώττης, και διά πάντων εμφαίνων την της ψυχής ευταξίαν».
«Αγνείας θησαύρισμα, χαίρε δι’ ης εκ του πτώματος ημών εξανέστημεν χαίρε ηδύπνοον κρίνον, Δέσποινα, πιστούς ευωδιάζον, θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον». Χαίρε συ που είσαι ο ακένωτος θησαυρός της αγνότητος. Συ που μας εσήκωσες από την φοβερή πτώση μας στην αμαρτία. Χαίρε δέσποινα που είσαι το ευωδιαστό κρίνο, που ευωδιάζεις τους πιστούς, το εύοσμο θυμίαμα, το μύρο το πολύτιμο. Η Παναγία είναι θησαυρός αγνότητος, το πρόσωπο στο οποίο η αρετή της αγνότητος και της καθαρότητος από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος βρήκε την πλήρη και τελεία έκφρασή της και πραγματοποίησή της στον υπέρτατο βαθμό. Το γεγονός αυτό αποτελεί αφορμή χαράς και ευφρόσυνης όχι μόνον για την ίδια την Παναγία, αλλά και για όλους μας, γιατί όλοι μας χαιρόμαστε με την χαρά της, «μπαίνουμε» κι εμείς μέσα στην χαρά της, γινόμαστε συμμέτοχοι στην χαρά της. Οι άγιοι δεν έχουν τίποτε, που να είναι ατομικά δικό τους. Ό,τι έχουν, το ακτινοβολούν σε όλους μας.
Η Παναγία μας είναι ακόμη αυτή δια της οποίας «εξανέστημεν εκ του πτώματος ημών», δηλαδή αναστηθήκαμε από το πτώμα μας. Εδώ η λέξη πτώμα δεν σημαίνει τον νεκρό άνθρωπο – το άψυχο κουφάρι, αλλά εννοείται η πτώση μας στην αμαρτία, η υποδούλωση στα πάθη του παλαιού ανθρώπου, στην φθορά και τον θάνατο. Η πάναγνη μητέρα του Θεού, μας βοήθησε να σηκωθούμε από την φοβερή αυτή πτώση, που είχε παγκόσμιες διαστάσεις, διότι με τις ιδικές μας δυνάμεις δεν μπορούσαμε να το πετύχουμε. Και με ποιο τρόπο μας βοήθησε; Διά του Υιού της. Με την ένσαρκη θεία Οικονομία, με το απολυτρωτικό έργο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αν έλειπε η Παναγία ως απαραίτητη προϋπόθεση της θείας ενανθρωπήσεως, θα μπορούσε άραγε να έρθει στον κόσμο ο Υιός του Θεού; Ας μην αποθαρρύνονται επομένως όσοι έχασαν την αγνότητά τους, όσοι έπεσαν στον βούρκο των σαρκικών ηδονών. Ας μετανοήσουν και ας ζητήσουν την βοήθεια της Θεοτόκου και με την Χάρη και τις πρεσβείες της μπορούν να καθαρίσουν τις ψυχές τους και να ξαναβρούν την αγνότητα που έχασαν, όπως αυτό συνέβη με την οσία Μαρία την Αιγυπτία, η οποία αν και είχε πέσει σε πολλές σαρκικές αμαρτίες και είχε φτάσει σε βάθος κακών, ωστόσο στη συνέχεια μετανόησε με βαθεία μετάνοια και πολλή άσκηση και με την βοήθεια της Θεοτόκου έφθασε σε μεγάλα μέτρα αρετής και αγιότητος. 
«Χαίρε, ηδύπνοον κρίνον», λέει στη συνέχεια ο υμνογράφος. Την αποκαλούμε ακόμη κρίνο ηδύπνοο, λουλούδι που σκορπάει γλυκειά και ευχάριστη ευωδιά, γλυκό άρωμα, που μεταδίδεται σ’ όλους τους πιστούς. Είναι ακόμη και «θυμίαμα εύοσμον» και «μύρον πολύτιμον», δηλαδή θυμίαμα που έχει ωραία οσμή και μύρον πολύτιμον, που και αυτό αναδίδει θαυμάσια ευωδία. Όλες οι παρά πάνω παρομοιώσεις έχουν την ίδια σημασία, σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Θέλουν να υποδηλώσουν την μυστική ευφροσύνη και χαρά που αισθάνονται όλες εκείνες οι ψυχές, που υμνούν και δοξάζουν τα άφθαρτα μεγαλεία της.  Που καταφεύγουν σ’ αυτήν και δέχονται την Χάρη της τις δωρεές της και τις ευεργεσίες της. Που αισθάνονται την παρουσία της Χάριτος σαν μια ευωδία, σαν μια άρρητη ευφροσύνη και χαρά, σαν μια γεύση του παραδείσου, που τους ευφραίνει, τους παρηγορεί, τους γεμίζει με ειρήνη και δύναμη ανεκλάλητη.  
Ας αγωνιστούμε αγαπητοί μου αδελφοί, ιδιαίτερα την περίοδο αυτή της αγίας και μεγάλης Τεσσαρακοστής, με την νηστεία την ελεημοσύνη και την προσευχή, να γίνουμε «Χριστού ευωδία», σύμφωνα με τον απόστολο. Ας αγωνιστούμε να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη που την καθιστούν βρώμικη, σκοτεινή και ακάθαρτη, γεμάτη από ανυπόφορη δυσωδία. Ας αγωνιστούμε να κάνουμε κτήμα μας τις αρετές, που την καθιστούν όμορφη, φωτεινή, αποπνέουσα την ευωδία της Χάριτος, έτσι ώστε να επιτύχουμε έτσι την σωτηρία μας. Και να αξιωθούμε να απολύσουμε με όλες μας τις αισθήσεις εκεί στον παράδεισο την παρουσία της Παναγίας μας αμήν.  

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Άξιον εστί πλ Β' (Ι.Παπαδοπούλου). Βασίλειος Λιάκος

Το “Περιβόλι της Παναγίας”, ( ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ )

Γιατί ονομάστηκε “Περιβόλι της Παναγίας”, πώς θεσμοθετήθηκε το “άβατο” για τις γυναίκες και ο τρόπος διοίκησής του.



ΔΕΙΤΕ ΤΑ 3 ΒΙΝΤΕΟ 9 ΚΑΙ 5 ΛΕΠΤΟΝ 
ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΑ 



Σύμφωνα με την παράδοση η Παναγία μαζί με τον Ιωάννη παραπλέοντας τον Άθω αντιμετώπισαν φοβερή θαλασσοταραχή και αποβιβάστηκαν στον χώρο, όπου σήμερα βρίσκεται η Μονή των Ιβήρων. Η Θεοτόκος θαυμάζοντας το τοπίο ζήτησε από τον Κύριο να της παραχωρήση όλο το Όρος ως δώρο. Τότε ακούστηκε φωνή που έλεγε: “Έστω ο τόπος ούτος κλήρος σός και περιβόλαιον σόν και παράδεισος, έτι δε και λιμήν σωτήριος τώνθελόντων σωθήναι”. Επειδή η τοποθεσία αυτή προσφέρεται για ασκητικούς αγώνες ήδη απότούς πρώτους βυζαντινούς χρόνους ο Άθως έγινε πόλος έλξης πολλών που επιθυμούσαν τον μοναχικό βίο. Έτσι ο λαός ονόμασε την περιοχή Άγιον Όρος και πολύ γρήγορα επισημοποιήθηκε η ονομασία αυτή από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ' Μονομάχο με ιδιαίτερο χρυσόβουλο στα μέσα του 11ου αιώνα.
Ηπρόνοια των αυτοκρατόρων δεν διαφαίνεται μόνον από την συμβολή τους στην ίδρυση και εδραίωση μονών, αλλά και από την πρόνοιά τους για την διαφύλαξη της περιοχής. Έτσι ο Βασίλειος Α’ με χρυσόβουλο, που εξέδωσε το 885, όριζε να κατοικούν στον Άθω μόνον ασκητές, αποκλείοντας τους ποιμένες και κοσμικούς που σύχναζαν παράνομα στο Περιβόλι της Παναγίας. Επί πλέον ο Αλέξιος Α' ο Κομνηνός, για να εξασφαλίση την απαιτούμενη ησυχία, που αποτελεί προϋπόθεση της μοναχικής ασκήσεως, με χρυσόβουλο απαγόρευσε την είσοδο κάθε θηλυκού.

Στο Άγιον Όρος λειτουργούν είκοσι συνολικά μονές με το κοινοβιακό σύστημα. Την νομοθετική εξουσία σε κάθε μονή την ασκεί η Γεροντία, ενώ την εκτελεστική ο ηγούμενος που είναι συνήθως και ο πνευματικός πατέρας της μονής. Ο ηγούμενος είναι ισόβιος και εκλέγεται από μοναχούς που έχουν συμπληρώσει έξι χρόνια από την ημέρα της κουράς τους. Τον ηγούμενο βοηθάει στο έργο του το Ηγουμενοσυμβούλιο που αποτελείται από δύο ή τρία μέλη εκλεγμένα από την Γεροντία για ένα χρόνο.
Σε ό,τι αφορά τώρα την κεντρική εξουσία του Αγίου Όρους, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του 1924, η νομοθετική εξουσία ασκείται από την Ιερά Σύναξη και που αποτελείται από είκοσι μέλη, δηλαδή έναν ηγούμενο ή προϊστάμενο κάθε μονής, και συνέρχεται δύο φορές τον χρόνο, για να ψηφίση διάφορες κανονιστικές διατάξεις. Σε κρίσιμες περιπτώσεις συγκαλείται διπλή σύναξη από σαράντα μέλη. Την διοικητική εξουσία ασκεί η Ιερά Κοινότης και την εκτελεστική η Ιερά Επιστασία. Η Ιερά Κοινότης περιλαμβάνει είκοσι αντιπροσώπους, έναν από κάθε μονή, οι οποίοι μένουν για έναν χρόνο στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές. Η Ιερά Επιστασία αποτελείται από τέσσερα μέλη, σύμφωνα με την διαίρεση των μοναστηριών σε πέντε τετράδες. Από τα πρόσωπα αυτά ο αντιπρόσωπος της πρώτης τη τάξει μονής, προεδρεύει της Ιεράς Επιστασίας και ονομάζεται “Πρωτοεπιστάτης”. Η θητεία και αυτού του οργάνου είναι ενιαύσια.

Το Άγιον Όρος είναι αυτοδιοίκητο τμήμα της ελληνικής επικράτειας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κ.Χ. Στις Καρυές εδρεύει ο πολιτικός διοικητής του Αγίου Όρους, που υπάγεται στο Υπουργείο Εξωτερικών και είναι υπεύθυνος για την πιστή εφαρμογή του Κ.Χ. και γενικά για την τάξη και την ασφάλεια της περιοχής.


ΠΗΓΗ : http://malakontas.blogspot.gr/












Η προσευχή χρειάζεται την αδιαχώριστη παρουσία και συνεργασία της προσοχής. Με την προσοχή η προσευχή γίνεται η αναφαίρετη περιουσία του προσευχομένου προσώπου. Με την προσοχή φέρνει άφθονους καρπούς, χωρίς την προσοχή κάνει αγκάθια και τριβόλια.

Οι καρποί της προσευχής περιλαμβάνουν φωτισμό του πνεύματος, συντριβή της καρδιάς, εγρήγορση της ψυχής με την ζωή του Πνεύματος. Τα αγκάθια είναι σημάδι του θανάτου της ψυχής και της φαρισαϊκής αυτοπεποίθησης
που πηγάζει από την σκληρότητα της καρδιάς που ικανοποιείται και ενθουσιάζεται με την ποσότητα των προσευχών της και τον χρόνο που σπαταλά για να λέει τις προσευχές.
Η αναπόσπαστη προσοχή που διατηρεί την προσευχή εντελώς ελεύθερη από περισπασμούς και από άσχετες σκέψεις και εικόνες είναι ένα δώρο της χάρης του Θεού. Δείχνουμε μια ειλικρινή επιθυμία να δεχτούμε το δώρο της χάρης -το ψυχοσωτήριο δώρο της προσοχής- με το να βιάζουμε τον εαυτό μας να προσεύχεται πάντα με προσοχή. Η τεχνητή προσοχή -όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε την δική μας αβοήθητη προσοχή χωρίς την βοήθεια της χάρης- περιλαμβάνει το κλείσιμο της ψυχής στα λόγια της προσευχής σύμφωνα με την συμβουλή του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος. Αν το πνεύμα λόγω της απειρίας του στην προσευχή ξεφύγει από το κλείσιμό της στα λόγια θα πρέπει να ξαναοδηγηθεί πίσω σ’ αυτό. Ο νους στην μεταπτωτική κατάστασή του είναι φυσικά ασταθής και έχει τάση να περιπλανιέται παντού.  Αλλά ο Θεός μπορεί να του δώσει σταθερότητα και θα το κάνει αυτό όταν ο ίδιος αποφασίσει σε αντάλλαγμα για την επιμονή και την υπομονή μας στην άσκηση της προσευχής.
Ιδιαίτερα βοηθητικό στα να διατηρείται η προσοχή στην διάρκεια της προσευχής είναι η εξαιρετικά αργή προφορά των λέξεων της προσευχής. Ας προφέρονται τα λόγια χωρίς βία έτσι ώστε ο νους να μπορεί να μείνει κλεισμένος στα λόγια της προσευχής και να μην ξεγλιστρήσει από το νόημα καμμιά λέξη. Ας λέγονται οι λέξεις με δυνατή φωνή όταν η προσευχή γίνεται κατά μόνας. Αυτό επίσης βοηθά στο να διατηρείται η προσοχή.
Είναι ιδιαίτερα εύκολο να διατηρείται η προσοχή στην προσευχή όταν γίνεται στο ιδιαίτερο δωμάτιο κάποιου και ο καθένας μας πρέπει να εξαναγκάσει τον εαυτό του σ’ αυτό το πράγμα. Αγαπητέ μου αδελφέ μην αρνηθείς το ζυγό κάποιας δόσης μονοτονίας και εξαναγκασμού για να συνηθίσεις τον εαυτό σου στις πνευματικές ασκήσεις και ιδιαίτερα στον κανόνα της προσευχής σου. Αρμάτωσε τον εαυτό σου έγκαιρα με το παντοδύναμο όπλο της προσευχής. Εξοικειώσου με τον κανόνα της προσευχής ενόσω έχεις ακόμα την ευκαιρία.
Η προσευχή είναι παντοδύναμη λό­γω της παντοδυναμίας του Θεού που δρα μέσα της. Είναι η «μάχαιρα του Πνεύματος, που είναι ο Λόγος του Θεού»,
«Η προσευχή είναι εκ φύσεως η κοινωνία και η ένωση του ανθρώπου και του Θεού, η μητέρα και η κόρη των δακρύων, γέφυρα για να προσπερνούν έτσι οι πειρασμοί, προστατευτικό τείχος από τις θλίψεις, συντριβή της διαμάχης, ενεργητικότητα, χωρίς σύνορα πηγή των αρετών και των πνευματικών δώρων, αόρατη πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του πνεύματος, εκκοπή της απελπισίας, επίδειξη ελπίδας, απελευθέρωση από την λύπη, ο πλούτος του ανθρώπου.
Στην αρχή πρέπει να πιέζουμε τον εαυτό μας να προσεύχεται. Σύντομα η προσευχή αρχίζει να δίνει παρηγοριά και αυτή η παρηγοριά μας εξαναγκάζει και μας ενθαρρύνει στο να βιάζουμε τον εαυτό μας. Αλλά πρέπει να βιάζουμε τον εαυτό μας να προσεύχεται ισόβια και ελάχιστοι είναι πραγματικά οι Χριστιανοί οι οποίοι εξαιτίας της υπερβολικής παρηγοριάς της χάριτος δεν χρειάζεται ποτέ να βιάσουν τον εαυτό τους.
Η προσευχή σκοτώνει τον παλαιό άνθρωπο, τον μη αναγεννημένο εαυτό ή τη φύση μας. Όσο καιρό είναι ζωντανός μέσα μας αντιτίθεται στην προσευχή σαν στο θάνατο. Τα πονηρά πνεύματα ξέροντας τη δύναμη της προσευχής και του ευεργετικού της αποτελέσματος προσπαθούν με όλα τα δυνατά μέσα στο να μας αποτρέψουν από αυτήν παρακινώντας μας να χρησιμοποιήσουμε το χρόνο τον ορισμένο για προσευχή για άλλες ασχολίες ή διαφορετικά προσπαθούν να την εξουδετερώσουν και να την βεβηλώσουν με εγκόσμιους περισπασμούς και αμαρτωλή αφηρημάδα και με το να παρουσιάζουν την ώρα της προσευχής ένα αναρίθμητο σμήνος γήινων σκέψεων, αμαρτωλών ονειροπολήσεων και φαντασιώσεων.

(Περιοδικό «Ορθόδοξη μαρτυρία», εκδ. Παγκυπρίου συλλόγου Ορθοδόξου παραδόσεως – Οι φίλοι του αγ. Όρους)
Πηγή ηλ. κειμένου: fdathanasiou.wordpress.com/ alopsis.gr
http://www.aganargyroi.gr/index.php/2011

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Η Θεοτόκος, εικόνα της Ανθρώπινης Ελευθερίας Του Μητροπολίτου Καλλίστου Διοκλείας (Γουέαρ)


                   
Η Θεοτόκος, εικόνα της Ανθρώπινης Ελευθερίας
Του Μητροπολίτου Καλλίστου Διοκλείας (Γουέαρ)
Ουκ ειμί ελεύθερος; (Α΄Κορ. 9, 1)Ως πείθων, ου βιαζόμενος ˙ βία γαρ ου πρόσετι τω Θεώ.[Ο Θεός πείθει και δεν βιάζει ˙ γιατί η βία δεν του ταιριάζει.]
(Επιστολή προς Διόγνητον vii, 4).
Τί να προσφέρουμε;
Σε έναν ορθόδοξο ύμνο που ψάλλεται την παραμονή των Χριστουγέννων στον εσπερινό, η παρθένος Μαρία θεωρείται η ανώτερη και πληρέστερη
προσφορά που η ανθρωπότητά μας μπορεί να προσφέρει στον Δημιουργό:
Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ,
ότι ώφθης επι γης ως άνθρωπος δι΄ημάς;
έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων
την ευχαριστίαν σοι προσάγει ˙
οι άγγελοι τον ύμνον ˙
οι ουρανοί τον αστέρα ˙
οι μάγοι τα δώρα ˙
οι ποιμένες το θαύμα ˙
η γη το σπήλαιον ˙
η έρημος την φάτνην ˙
ημείς δε μητέρα παρθένον.
Ως η υπέρτατη ανθρώπινη προσφορά μας, η Μητέρα του Θεού αποτελεί πρότυπο – δίπλα στον ίδιο τον Χριστό και με τη χάρη του Θεού – του τι σημαίνει να είναι κανείς πρόσωπο. Είναι ο καθρέφτης, μέσα στον οποίο αντικατοπτρίζεται το δικό μας αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο. Και ό,τι αυτή εκφράζει, ως πρότυπο και παράδειγμά μας, είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη ελευθερία. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» διερωτάται ο απόστολος ˙ και η Παναγία μας δείχνει ακριβώς τι σημαίνει αυτή η ελευθερία.
Η ελευθερία, η ικανότητα δηλαδή να παίρνει κανείς ηθικές αποφάσεις ενσυνείδητα και με την αίσθηση της πλήρους ευθύνης ενώπιον του Θεού, είναι αυτή που περισσότερο από κάθε τι άλλο κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα. Ο Σέρεν Κίρκεγκωρ γράφει ότι «το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία». 1 Χωρίς την ελευθερία της επιλογής, δεν υπάρχει αυθεντικό πρόσωπο. Όταν ο Θεός λέει στον Ισραήλ, «διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην, την ζωήν και τον θάνατον δέδωκα πρό προσώπου υμών, την ευλογίαν και την κατάραν ˙ έκλεξαι…» 2 μας προσφέρει ένα δώρο, συχνά πικρό και επώδυνο, ακόμα και τραγικό, που είναι δύσκολο να το χρησιμοποιήσουμε ορθά, χωρίς το οποίο, όμως, δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι. Είναι η ελευθερία της επιλογής, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που απαρτίζει την εικόνα του Θεού μέσα μας.
Αυτό βέβαια πρέπει να επεξηγηθεί. Η Θεία ελευθερία είναι απροϋπόθετη, ενώ η δική μας ελευθερία, μέσα σε έναν αμαρτωλό και πεπτωκότα κόσμο, είναι περιορισμένη, ποτέ δεν καταργείται ˙ παραμένει, κατά κάποιο τρόπο, απαραμείωτη και αναφαίρετη.
Ας εξετάσουμε μαζί τη φύση αυτής της ελευθερίας, που είναι ουσιαστική για το ανθρώπινο πρόσωπό μας και την οποία η υπερευλογημένη Θεοτόκος επέδειξε σε υπερθετικό βαθμό στον Ευαγγελισμό.
Ανταπόκριση στην Ελευθερία
Κατά την άποψη του Καρλ Μπάρτ, είναι θεμελιώδες σφάλμα να φανταστούμε ότι στον Ευαγγελισμό η Παναγία παίρνει μιαν απόφαση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία του κόσμου. Όμως, το να δούμε στην Παναγία (όπως υποστηρίζει ο Μπάρτ στην Εκκλησιαστική Δογματική του) «το ανθρώπινο δημιούργημα που συνεργάζεται με τρόπο δουλικό στη δική της λύτρωση στη βάση της προληπτικής χάριτος» είναι αίρεση, στην οποία το «Όχι», πρέπει να διατυπωθεί με τρόπο αμείλικτο. Κατά τον Μπάρτ, πρέπει να καταλάβουμε το ρόλο της στον Ευαγγελισμό, «μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα, χωρίς αυτεξούσιο, μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου που μπορεί απλώς και μόνο να λάβει, απλώς και μόνο να είναι έτοιμος, απλώς και μόνο να αφήσει να γίνει κάτι στον – αλλά και μαζί με τον – εαυτό του». (3)
Η προσέγγιση της χριστιανικής Ανατολής είναι εντελώς διαφορετική. Όπως διατυπώνεται από τον λαϊκό θεολόγο του 14ου αι. άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα:
«Η σάρκωση του Λόγου δεν ήταν μόνο έργο του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – του πρώτου συναινούντος, του δευτέρου κατερχομένου, του τρίτου επισκιάζοντος – αλλά και έργο της θέλησης και της πίστης της Παρθένου. Χωρίς τα τρία Θεία Πρόσωπα το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να τεθεί σε κίνηση ˙ αλλά και, με ανάλογο τρόπο, το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα χωρίς τη συναίνεση και την πίστη της πανάγνου Παρθένου. Μόνο αφού τη διδάσκει και την πείθει, πράγματι, ο Θεός, την καθιστά μητέρα Του και παίρνει από αυτή τη σάρκα, που η ίδια συνειδητά επιθυμεί να Του προσφέρει. Ακριβώς όπως ο Ίδιος συνελήφθη με τη δική Του ελεύθερη επιλογή, με τον ίδιο τρόπο και αυτή έγινε μητέρα Του εθελούσια και με την ελεύθερη συναίνεσή της». (4)
Ο Καβάσιλας αντιλαμβάνεται τη σημαντικότατη συμβολή της κτιστής ανθρώπινης ελευθερίας της Παρθένου στη Σάρκωση. «Ως πείθων, ου βιαζόμενος». Η δήλωση αυτή στην προς Διόγνητον Επιστολή εφαρμόζει επακριβώς στο γεγονός του Ευαγγελισμού. Ο Θεός χτυπά την πόρτα, δεν τη σπάζει.
Η Παναγία έχει επιλεγεί, αλλά και η ίδια κάνει μια πράξη επιλογής. Δεν είναι απλώς και μόνο δεκτική, δεν είναι απλώς και μόνο «χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα», αλλά ανταποκρίνεται με δυναμική ελευθερία. Όπως το εκφράζει ο Άγιος Ειρηναίος, «η Μαρία συνεργάζεται με την Οικονομία». 5 Κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «συνεργός» του Θεού, δηλαδή όχι μόνο ένα εύκαμπτο εργαλείο, αλλά δραστήρια μέτοχος του μυστηρίου. Δεν παρατηρούμε σε αυτήν παθητικότητα αλλά ανάμειξη, όχι υποταγή αλλά συνεργασία, όχι παράδοση αλλά αμοιβαιότητα σχέσης.
Όλα αυτά συνοψίζονται στην απάντηση της Παναγίας στον άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου _ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». 6 Η απάντηση αυτή δεν ήταν ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα _ η Παναγία θα μπορούσε να είχε αρνηθεί. Η βία είναι ξένη προς τη θεία φύση και έτσι ο Θεός δεν ενανθρώπησε χωρίς να ζητήσει πρώτα τη θεληματική συμφωνία εκείνης την οποία επιθυμούσε να καταστήσει μητέρα Του. Όπως επιμένει ο πάπας Παύλος, στην περίφημη δήλωσή του Marialis Cultus (Η Λατρεία της Μαρίας) (2 Φεβρουαρίου 1974), η Παναγία «εμπλέκεται από τον Θεό σε διάλογο μαζί Του» και «δίνει τη δραστική και υπεύθυνη συγκατάθεσή της». Πρέπει να δούμε σε αυτήν όχι απλώς μια «δειλά υποταγμένη γυναίκα», 7 αλλά μια γυναίκα που κάνει μια «θαρραλέα επιλογή». Παίρνει μιαν απόφαση. Είναι εντυπωσιακό γεγονός – στο οποίο ποτέ δεν θα μπορέσουμε να στρέψουμε τη σκέψη μας αρκετά ικανοποιητικά – το ότι, ενώ η δημιουργία του κόσμου έγινε πραγματικότητα αποκλειστικά από την εξάσκηση της Θείας βούλησης, η αναδημιουργία του κόσμου τέθηκε σε κίνηση μέσα από τη συνεργασία μιας νεαρής χωρικής που αρραβωνιάστηκε έναν ξυλουργό.
Μετοχή, Σιωπή, Πόνος
Αν η Θεοτόκος αποτελεί αληθή εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας, της αυθεντικής ελευθερίας και απελευθέρωσης, τη στιγμή του Ευαγγελισμού, τότε η δράση και αντίδρασή της στα γεγονότα που ακολουθούν αμέσως μετά στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, επεξηγεί τρεις βασικές συνέπειες του τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος.
Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο.
Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή. Η πρώτη ενέργεια της Παναγίας, μετά τον Ευαγγελισμό, ήταν να μοιραστεί τα καλά νέα με κάποιο άλλο πρόσωπο. Πηγαίνει με σπουδή στα ορεινά, στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρετά την εξαδέλφη της Ελισάβετ. (8)
Εδώ υπάρχει ένα ουσιαστικό στοιχείο της ελευθερίας: δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος μόνος. Η ελευθερία δεν είναι μοναχική αλλά κοινωνική. Υπονοεί σχέση, ένα «Εσύ» όπως και ένα «Εγώ».
Εκείνος που είναι εγωκεντρικός, που απαρνείται κάθε ευθύνη έναντι των άλλων, δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από μια κίβδηλη ελευθερία. Στην πραγματικότητα, είναι αξιοθρήνητα ανελεύθερος. Η απελευθέρωση, στην ορθή της κατανόηση, δεν είναι περιφρονητική απομόνωση ή επιθετική αυτοδιεκδίκηση, αλλά συνεργασία και αλληλεγγύη. Να είμαστε ελεύθεροι σημαίνει να μοιραζόμαστε το πρόσωπο, να βλέπουμε με τα μάτια των άλλων, να αισθανόμαστε με τα αισθήματά τους: «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη». 9 Είμαι ελεύθερος μόνο αν γίνω πρόσωπο, αν στραφώ προς τους άλλους, κοιτώντας μέσα στα μάτια τους και επιτρέποντάς τους να κοιτούν μέσα στα δικά μου. Να αποστρέψω το πρόσωπό μου, να αρνηθώ τη μετοχή, σημαίνει να στερηθώ την ελευθερία.
το σημείο αυτό το χριστιανικό δόγμα περί Θεού βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατανόησή μας περί ελευθερίας. Ως χριστιανοί πιστεύουμε σε ένα Θεό που δεν είναι απλώς «Μονάς», αλλά «Μονάς εν Τριάδι». Η θεία εικόνα μέσα μας είναι συγκεκριμένα η εικόνα του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο δημιουργός και το αρχέτυπό μας, δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο, αυτάρκης και αγαπών μόνο τον Εαυτό Του, αλλά είναι κοινωνία τριών προσώπων, που το Ένα μένει μέσα στο Άλλο, μέσα από μιαν αδιάκοπη κίνηση αμοιβαίας αγάπης.
Από αυτό προκύπτει ότι η θεία εικόνα μέσα μας, που αποτελεί την άκτιστη πηγή της ελευθερίας μας, είναι μια εικόνα σχέσης, που γίνεται αντιληπτή μέσα από τη συντροφικότητα και την περιχώρηση. Αν πει κανείς: «είμαι ελεύθερος, γιατί είμαι δημιουργημένος κατ΄εικόνα Θεού», είναι ανάλογο με το να πει: «Σε χρειάζομαι, ώστε να είμαι ο εαυτός μου». Δεν υπάρχει πραγματικό πρόσωπο, εκτός αν υπάρχουν δύο πρόσωπα σε αμοιβαία σχέση ˙ και δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία παρά εκεί όπου υπάρχουν δύο τουλάχιστον πρόσωπα που μοιράζονται μαζί την ελευθερία τους.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε το πρώτο στοιχείο που η Παναγία μας διδάσκει για την ελευθερία. Το στοιχείο αυτό δηλώνει σχέση, άνοιγμα στους άλλους, ευαισθησία. Κανένας μας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος χωρίς το ρίσκο και την περιπέτεια της μοιρασμένης αγάπης.
Αν η ελευθερία σχετίζεται με τη μετοχή, τότε σχετίζεται και με τη σιωπή, δηλαδή με το να ακούει κανείς. «Ιδού η δούλη Κυρίου ˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απαντά η Παναγία στον Ευαγγελισμό. Η στάση της είναι στάση ακοής του Λόγου του Θεού. Πράγματι, αν δεν είχε ακούσει το Λόγο του Θεού και δεν τον είχε λάβει μέσα στην καρδιά της, μέσα από την ακοή, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει και να φέρει στην κοιλία της τον Λόγο κατά τρόπο φυσικό. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιμένει να παρουσιάζει αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεοτόκου, ως εκείνης που ακούει, σε περισσότερες από μια περιπτώσεις. Μετά την επίσκεψη των ποιμένων στον νεογέννητο Χριστό, γράφει: «η δε Μαρία πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής» 10 . Ο Ευαγγελιστής τελειώνει τη διήγηση του δωδεκαετούς Ιησού με ένα παρόμοιο σχόλιο: «και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής» 11 .
Η ανάγκη της να ακούσει τονίζεται το ίδιο εμφατικά στην προειδοποίησή της στους δούλους κατά το γάμο της Κανά, «ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε». 12 . Αυτές είναι και οι τελευταίες αναφερόμενες λέξεις της στα Ευαγγέλια, η πνευματική της κληρονομιά στην Εκκλησία: «Άκουσε, δέξου, απάντησε». Αργότερα, στο Ευαγγέλιο του Λουκά – όταν η γυναίκα από το πλήθος ευλογεί τη Μητέρα του Χριστού και Εκείνος απαντά «μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» 13 – σε πλήρη αντιδιαστολή με Οποιονδήποτε υπαινιγμό έλλειψης σεβασμού προς εκείνη που τον κυοφόρησε, ο Χριστός ζητά να φανερώσει περισσότερο τι αποτελεί την πραγματική της δόξα. Δεν θα τιμάται απλά λόγω του φυσικού γεγονότος της μητρότητάς της, αλλά γιατί άκουσε ενδόμυχα το λόγο του Θεού με όλη της τη θέληση και με πλήρη αξιοπρέπεια της προσωπικής της ελευθερίας και τον διατήρησε μέσα της.
Επομένως, φανερώνεται και ένας δεύτερος τρόπος, με τον οποίο η Θεοτόκος καθίσταται εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Ορθόδοξη μυστική παράδοση η Παναγία είναι μια «ησυχάστρια», που υπηρετεί το Άγιο Πνεύμα με τη σιωπή της καρδιάς. Η εσωτερική σιωπή αυτού του είδους δεν είναι αρνητική – μια απλή απουσία ήχων ή μια παύση μεταξύ λέξεων – αλλά είναι θετική και ζωντανή, πηγάζοντας από τα βάθη της ύπαρξής μας και αποτελώντας μέρος της βασικής δομής του ανθρωπίνου προσώπου μας. Χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι και χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ελεύθεροι. Ενώ η αδιάκοπη φλυαρία υποδουλώνει, η ικανότητα να ακούει κανείς είναι ουσιαστικό μέρος της ελευθερίας. Η Θεοτόκος είναι ελεύθερη γιατί ακούει. Αν δεν γίνουμε ικανοί να ακούμε τους άλλους – αν δεν αποκτήσουμε, ως ένα βαθμό, τη δημιουργική εσωτερική σιωπή, όπως έκανε η ίδια – θα πάσχουμε από απουσία πραγματικής ελευθερίας. Μόνο εκείνος που ξέρει να σιωπά και να ακούει είναι ικανός και να παίρνει αποφάσεις με αυθεντική ελευθερία επιλογής.
Υπάρχει, επίσης, και μια τρίτη πλευρά της ελευθερίας που υπογραμμίζει το Ευαγγέλιο του Λουκά. Κατά την Υπαπαντή του Χριστού, λέει ο Συμεών στην Παναγία «και σου αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία». 14
Η ελευθερία σχετίζεται με τον πόνο. Αυτό σημαίνει κένωση (άδειασμα του εαυτού), άρση του σταυρού, εγκατάλειψη της ζωής για χάρη των άλλων.
Η εθελοντική επιλογή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό της δημιουργεί θλίψη, αλλά και χαρά. Ανάμεσα στους σύγχρονους διανοητές ο Ρώσος Νικολάι Μπερντιάγιεφ – ο «δέσμιος της ελευθερίας», όπως τον αποκαλούσαν οι κριτικοί του, ένα προσωνύμιο που του προξενούσε ιδιαίτερη ικανοποίηση – έχει παρατηρήσει με οξεία σαφήνεια το υψηλό κόστος της ελευθερίας. «Πάντοτε γνώριζα», δηλώνει στην αυτοβιογραφία του Όνειρο και Πραγματικότητα, «ότι η ελευθερία γεννά τον πόνο, ενώ η άρνηση να είναι κανείς ελεύθερος, ελαττώνει τον πόνο.
Η ελευθερία δεν είναι εύκολη, όπως διατείνονται οι εχθροί της και οι συκοφάντες της _ η ελευθερία είναι βαρύ φορτίο. Οι άνθρωποι… συχνά απαρνούνται την ελευθερία για να ελαφρύνουν τη μοίρα
τους». 15
Ο κοπιώδης, θυσιαστικός χαρακτήρας της ελευθερίας είναι το ίδιο προφανής και στη διήγηση του Ντοστογιέφσκι «Το Αφήγημα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στο έργο του Οι Αδελφοί Καραμαζόβ. Ο ιεροεξεταστής μέμφεται τον Χριστό γιατί κατέστησε την ανθρωπότητα ελεύθερη και, επομένως, της επέβαλε έναν πόνο πολύ οξύ για να τον υπομείνει. Εξαιτίας της λύπησης για την ανθρώπινη αγωνία, όπως υποστηρίζει ο ιεροεξεταστής, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έχουν αφαιρέσει το σκληρό αυτό δώρο της ελευθερίας: «Διορθώσαμε τη δουλειά σου», λέει στον Χριστό. Έχει δίκιο. Η ελευθερία είναι πραγματικά ένα βαρύ φορτίο, όπως κατάλαβε πολύ καλά η Παναγία κάτω από το Σταυρό. Ωστόσο, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πραγματικό πρόσωπο ούτε αμοιβαία αγάπη. Αν αρνούμαστε να ασκήσουμε το δώρο της ελευθερίας που ο Θεός μας προσφέρει, υποβιβάζουμε τους εαυτούς μας σε υπανθρώπους ˙ και αν αρνούμαστε στους άλλους την ελευθερία τους, τους αρνούμαστε το δικαίωμα να είναι άνθρωποι.
Αυτοί είναι μερικοί από τους τρόπους , μέσα από τους οποίους η Θεοτόκος, ο καθρέπτης και το πρότυπό μας, λειτουργεί ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας.
«Ουκ ειμί ελεύθερος;» Πράγματι, ο καθένας μας έχει δημιουργηθεί ελεύθερος. Όμως η ελευθερία δεν είναι μόνο δώρο, αλλά και πρόκληση, έργο το οποίο πρέπει να φέρει κανείς σε πέρας, όπως φανερώνει το παράδειγμα της Θεοτόκου. Η ελευθερία δεν πρέπει απλώς να γίνεται αποδεκτή, αλλά χρειάζεται να ανακαλύπτεται, να μαθαίνεται, να χρησιμοποιείται, να γίνεται αντικείμενο υπεράσπισης – και τελικά να προσφέρεται. Ας ολοκληρώσουμε την αναφορά στον Κίρκεγκωρ, με την οποία ξεκινήσαμε. «Το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία. Και αν θέλεις να σώσεις την ελευθερία σου και να την κρατήσεις, υπάρχει μόνο ένας τρόπος: εκείνο το ίδιο δευτερόλεπτο να την επιστρέψεις στον Θεό, και μαζί της τον ίδιο σου τον εαυτό». Μόνο με την επιστροφή της ελευθερίας μας στον Θεό – μέσα από την μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο – μπορούμε πραγματικά να γίνουμε ελεύθερα πρόσωπα κατ΄εικόνα της Αγίας Τριάδας, με βάση το παράδειγμα της υπερευλογημένης Θεοτόκου.
3. Τομ. 1, μέρος 2 (Εδιμβούργο, 1956), σελ. 143, 191.
4. Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 4 – 5. Pastrologia Orientalis 19, 488.
5. Κατά Αιρέσεων 3.21.7/PG 7, 953B.
6. Λουκ. 1, 38.
7. § 37.
8. Λουκ. 1, 39 – 40.
9. Α΄Κορ. 12, 26.
10. Λουκ. 2, 19.
11. Λουκ. 2, 51.
12. Λουκ. 2, 5.
13. Λουκ. 10, 27 – 28.
14. Λουκ. 2, 35.
*Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨ τεύχος 1ο σελ. 42-46

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

ΘΕΜΑ: «Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς...».


-Α-
Οἱ καμπάνες τῶν Ναῶν μας θὰ διαλαλήσουν καὶ πάλι τὸ μεγάλο γεγονός, ποὺ σημαδεύει τὸν Αὔγουστο, τὴν καρδιά, δηλαδή, τοῦ καλοκαιριοῦ : τὴν Κοίμηση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Θὰ ἀκουστῇ, γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, τὸ κατανυκτικὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, ὅπου ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος σημειώνει ἀπευθυνόμενος στὴν Παναγία : «μετέστης πρὸς τὴν ζωὴν μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς». Ἀνεχώρησες γιὰ τὸν Παράδεισο, τὴν ἀληθινή, δηλαδή, καὶ πραγματικὴ ζωή, ἐσὺ ποὺ ἐκυοφόρησες τὴν ὄντως ζωή, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν, ἀφοῦ Ἐκεῖνος ἔχει διακηρύξει ὅτι «ἐγώ εἰμι ... ἡ ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄ 6).
-Β-
Ἀπέθανε, λοιπόν, ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ μετέστη πρὸς τὴν ζωήν. Ἀλλά, ὅπως πάλι θὰ τονίσῃ ὁ συνθέτης τοῦ ἀπολυτικίου, «τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Δὲν ἐγκατέλειψε ἀπροστάτευτο τὸν κόσμο ἡ Παναγία, ἀφοῦ εἶναι γεγονὸς χιλιομαρτυρημένο, πὼς κανένας δὲν φεύγει μὲ «ἄδεια χέρια», ὅταν προσφεύγῃ μὲ πίστη στὴν χάρη Της. Σὲ καιροὺς ἀναστατώσεων, κοινωνικῆς ἀναταραχῆς, ἀνασφάλειας καὶ ἀβεβαιότητας, ὅπως αὐτοὺς ποὺ ζῇ ἡ Πατρίδα μας χρόνια τώρα, ἰδιαίτερα ὅμως τὴν φετινὴ χρονιά, ποῦ ἀλλοῦ νὰ βρῇ ὁ χριστιανὸς τόνωση, παρηγοριὰ καὶ ἐλπίδα, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγία Σκέπη καὶ τὴν προστασία τῆς Θεομήτορος ; Σ’ αὐτὴν θὰ καταφύγῃ καὶ σ’ αὐτὴν θὰ ἐναποθέσῃ τὶς ἐλπίδες του.
-Γ-
Εἶναι, πράγματι, τραγικὴ ἡ κατάσταση τῆς ἐποχῆς μας. Σ’ ὅλο τὸν πλανήτη κυριαρχεῖ ἡ βία καὶ τὸ ἔγκλημα, ὁ πόλεμος καὶ οἱ φρικιαστικὲς σφαγὲς ἀθώων ἀνθρώπων, ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀνεντιμότητα καὶ ἡ λατρεία τοῦ μαμωνᾶ. Στοὺς διεθνεῖς Ὀργανισμούς, οὐσιαστικὰ ἔχουν παύσει νὰ ὑπάρχουν οἱ ἄνθρωποι καὶ κυριαρχοῦν οἱ ἀριθμοί. Ἀκόμη, ἡ ἠθικὴ ἐξαχρείωση καὶ τὰ «πάθη τῆς ἀτιμίας» (Ρωμ. α΄ 26), ἐπιχειροῦν θρασύτατα νὰ ἐπιβληθοῦν καὶ νὰ γίνουν τρόπος ζωῆς, ἀφοῦ φθάσαμε στὸ θλιβερὸ κατάντημα νὰ ... παρελαύνῃ «περήφανα» ἡ ἀνωμαλία στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Θεσσαλονίκη καὶ νὰ ὑποστηρίζεται προκλητικότατα ἀπὸ παράγοντες τοῦ πολιτικοῦ, ἐπιστημονικοῦ καὶ καλλιτεχνικοῦ κόσμου !  Ἐξ ἄλλου, πλήθη ἀνθρώπων, ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, ἐγκαταλείπουν τὶς πατρογονικές τους ἑστίες καὶ ἔρχονται ὡς λαθρομετανάστες ἤ πολιτικοὶ πρόσφυγες στὴν Ἑλλάδα, ἐνῷ χιλιάδες ἄλλοι βρῆκαν τραγικὸ θάνατο στὰ ταραγμένα νερὰ τῆς Μεσογείου. Εἶναι μιὰ κατάσταση ἐντελῶς πρωτόγνωρη, ποὺ προκαλεῖ τρόμο καὶ ἀνασφάλεια στὴν ζωὴ τῶν κρατῶν καὶ τῶν πολιτῶν τους, κάτι ποὺ ἐπαυξάνεται ἀπὸ τοὺς κατὰ τόπους ἰσχυροὺς σεισμοὺς καὶ τὰ ποικίλα ἀκραῖα καιρικὰ φαινόμενα, τὰ ναυάγια καὶ τὶς ἀεροπορικὲς τραγωδίες ...
-Δ-
Ζῶντας, λοιπόν, σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο τῆς ἀσυναρτησίας, τῆς σκληρότητας καὶ τῆς ἀνασφάλειας, εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ καταφύγουμε, μὲ τὴν προσευχή, στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ψάλλοντας μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ Κανόνος : «... τὶς ἡμᾶς ἐρρύσατο (Θεοτόκε), ἐκ τοσούτων κινδύνων, τὶς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους ; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ · σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν». Γιατί, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἔχουμε καὶ ἀρκετὰ θέματα ἐθνικὰ σὲ ἐκκρεμότητα, ὅπως τὸ Κυπριακό, τὸ Αἰγαῖο, τὴν Θράκη, τὸ λεγόμενο «Μακεδονικό», ἰδιαίτερα δὲ γιὰ τὴν περιοχή μας τὸ Βορειοηπειρωτικό.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Η Ιστορία των παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο


... Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β' Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ο Θεόδωρος Β' Λάσκαρις ήταν προικισμένος υμνογράφος και υπήρξε συνθέτης πολλών Κανόνων και άλλων ύμνων, όμως δοκιμαζόταν από κάποια ασθένεια, η οποία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του που διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Ο Κανών γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των πέριξ Μονών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανών χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφάτως εισαχθείς Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, ευρέθη προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου ευρίσκοντο σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
 
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός Θεοστήρικτος έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α', γ', ζ και η' ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ' όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και την λησμόνηση των διαφορών των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο ως εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
Έτσι σήμερα αποδίδουμε τιμή στην πρώτη πρέσβειρα και μεσίτρια, μετά τον Θεάνθρωπο Χριστόν, η Παναγία μας είναι εκείνη, που μπορεί και θέλει να μεταφέρει τις ικεσίες και τις δεήσεις μας στα πόδια του Παμβασιλέως Θεού.
Ας καταφύγουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, με πίστη, με αληθινή ταπείνωση και με αγάπη στην φυσική μας μητέρα και ας την παρακαλούμε καθημερινά, ειλικρινά για τα προβλήματά μας, και εκείνη Πολυεύσπλαχνη, θα μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες και θα μας ελεεί με τη μεγάλη χάρη της. Αμήν..